Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

έτσι είπαν (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 8ο)

Ξόδευε τα πρωινά της στο να τον σκέφτεται. Ξόδευε τα μεσημέρια της στο να τον σκέφτεται. Ξόδευε τα απογεύματα της στο να τον σκέφτεται. Ξόδευε τα βράδια της στο να τον σκέφτεται. Και έτσι περνούσε μια μέρα. Και την επόμενη πάλι απ'την αρχή. Μέρες ολόκληρες, που γίναν βδομάδες, μήνες και χρόνια. Και τα χρόνια γίναν μια ζωή. Έτσι της φάνηκε.

Μα ένα πρωί ξύπνησε και δεν τον σκέφτηκε. Και έπαψε να κυκλοφορεί στα λημέρια του ελπίζοντας να τον συναντήσει. Η σκέψη του εγκλωβίστηκε ανάμεσα σε ντουβάρια, σε δρόμους που είχε χιλιοπερπατήσει αναζητώντας τον. Πάντα αυτή τον έψαχνε. Μονομερής αγάπη είχε ακούσει να το λένε. Αυτός απών. Είχε συνηθίσει εξάλλου.

Μα εκείνο το πρωί μεταμορφώθηκε σε βράδυ και δεν τον σκέφτηκε. Κυκλοφορούσε, έπινε, γελούσε, και στο καπνό της δεν υπήρχε η μορφή του. Η σκέψη του εγκλωβίστηκε ανάμεσα στις ουσίες και τα σεντόνια της που είχε μουσκέψει σκεφτόμενη την μορφή του. Πάντα αυτή πονούσε. Πλατωνικότητα της είχαν πει, θα σου περάσει. Αυτός απών. Είχε συνηθίσει εξάλλου.

Αυτοάμυνα της πρόσφερε ο εαυτός της. Την δέχτηκε γιατί την είχε ανάγκη. Ίσως να κουράστηκε να την τρέφει με την υπαρκτική σκέψη αυτού. Αυτού. Και μια ζωή ξεριζώθηκε από μέσα της, δίχως ένα δάκρυ. Τόσο απλά. Χωρίς να το καταλάβει. Χωρίς να το θελήσει. Αυτοάμυνα της είπαν.

Κάποτε τον συνάντησε τυχαία. Είχε προχωρήσει στη ζωή της. Τον πλησίασε, τον χαιρέτησε, τον φίλησε, τον ρώτησε τι κάνει. Ερωταπαντήσεις. Έτσι εξελίχτηκε. Αποχαιρετίστηκαν. Συνέχισε να περπατά. Έστριψε στη γωνία. Στάθηκε και έπιασε το στέρνο της. Ένιωθε πως λύγιζε ξανά. Πως φούντωσε αυτό που δεν κατάφερε να ζήσει μαζί του.

Δεν υπήρχε δίλημμα. Δεν θα άφηνε να καταστραφεί η ζωή της, στη θύμηση του. Φοβόταν να ρισκάρει την επιστροφή στο πόνο. Συνέχισε να περπατά.

Σκέψεις -ποτέ δεν του είχα δείξει τι ένιωθα, γιατί πάντα μόνο εγώ ένιωθα, δεν μου δόθηκε η πρώτη ευκαιρία ή δεν μου την έδωσε ποτέ αυτός, άραγε με ήθελε, γιατί δεν προσπάθησε, τι συνέβη- ασύντακτες, μπερδεμένες. Μονάχα έτρεχαν μέσα της σαν καταρράκτης. Σταμάτησε. Αδυναμία θα της έλεγαν.
Το μόνο που άκουσαν να αναστενάζει ήταν "αν πονέσω αυτή τη φορά υπόσχομαι να έχω εσένα για παρέα". Έτσι είπαν τουλάχιστον. Και έστριψε πίσω πάλι απ'τη γωνιά για να πάει σ'αυτόν.

Δικιά της η επιλογή.
Αυτός δεν ήταν απών. Ποτέ δεν ήταν. Δειλός ήταν. Και αναποφάσιστος. Έτσι είπαν.
Μα δεν την ένοιαξε ποτέ "τι είπαν".

via kapa44

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου