Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

φορτίο

οι άνθρωποι που δε φοβούνται
το θάνατο,
κουβαλάνε 
στο πετσί τους, 
την ανατριχίλα του
"θα πέθαινα για σένα"

εσύ τι κουβαλάς στο δικό σου το πετσί;

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

χρόνια πολλά (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 39ο)

| βάζουμε φωτιά στα μέσα μας για πλάκα | | για να αποσπάσουμε τις καρδιές μας απ'το να μας λείπουν για πάντα | | αλλά για πάντα μου λείπει  αυτός | 

---------------------------------------------------------------------------------
αν με ρωτήσεις τι κάνω θα σου απαντήσω, πως προσπαθώ να σε συγχωρήσω που δεν μου είπες χρόνια πολλά
μεγάλο ζήτημα το έκανα
στάσου, μπορώ να το διορθώσω
να δες "χρόνια μου πολλά"
σαν να μου το σχημάτισες εσύ

αν με ρωτήσεις ξανά τι κάνω, θα σου απαντήσω πως προσπαθώ να σε ξεχάσω

αλλά αυτό δεν διορθώνεται ακόμα

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

χωροχρόνος [φόρος τιμής]

Πλέον δεν σε αναζητώ. Σε χαιρέτησα εκείνη την Παρασκευή. Θυμήσου γαμώτο. Προσπάθησα να την κάνω να διαρκέσει όσο περισσότερο γινόταν. Θυμήσου γαμώτο. Σταμάτησα το χρόνο. Ήθελα να μας παγώσω. Θυμήσου γαμώτο. Κάθε φορά που με συναντούσες δεν καταλάβαινες ο,τι κυλούσε η ώρα. Θυμήσου γαμώτο. Τρίωρα, τετράωρα μαζί. Μας απορροφούσαμε. Θυμήσου γαμώτο. Τα δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής ανάμεσα στα λόγια. Έμοιαζαν λες και οι δυο θέλαμε να εξομολογηθούμε.

Η τελευταία φορά μαζί σου ήξερα πως είναι η τελευταία. Ήξερα πως θα ανακαλούσα τις κινήσεις σου, το βλέμμα σου, τα λόγια σου με κάθε μου σκέψη. Δεν σκόπευα να σε αποχαιρετήσω με ένα απλό "τα λέμε" εκείνο το απόγευμα. Είχα υπολογίσει να σου πω με έναν κάπως πιο πεζό τρόπο, ο,τι αναπνέω εντονότερα κοντά σου. Και κάπνιζα κάπνιζα, όσο μιλούσες κάπνιζα και ταυτόχρονα δούλευα τα λόγια μου. Αλλά πάντα στέκονταν στο στόμα μου και δάγκωνα τα χείλη άτσαλα. Μονάχα τότε αισθάνθηκα ο,τι όντως κάτι θα μετάνιωνα ειλικρινά. Και ενώ ήξερα, το ήξερα πως δεν θα είχα ξανά παρόμοια ευκαιρία, εγώ δίσταζα και παραπλανούσα τον εαυτό μου πως θα υπάρξει κι άλλο χρόνος, κάποτε. Μα έφυγες και μένω πίσω να περιμένω μια κίνηση σου. Ηλεκτρονική. 

Πόσο χαζή, εγκλωβίστηκα στο χρόνο γιατί φοβήθηκα να του δώσω συναίσθημα. Γιατί φοβήθηκα να καταστρέψω με την απόρριψη σου την τελευταία μας φορά. Την ανάμνηση σου. Εγώ ήμουν η δειλή τελικά. Μπορεί να ήθελες μπορεί και όχι. Δεν θα το μάθω ποτέ. Εγώ όμως όφειλα να μιλήσω. Για μένα. Δεν το έκανα. Σε κάθε χτύπο του ρολογιού, μου ζητώ συγγνώμη.

-Απορώ πως τους αρέσει να κοιτάζουν το φεγγάρι και γι'αυτό να νιώθουν ρομαντικοί.
-Σε θέλω.

Ας ήταν έτσι. Έστω αδέξια. Θα το έκρινε ο χρόνος. Θα το γιάτρευε αν με πονούσε. Αλλά δεν έχει τη δύναμη να διορθώνει λάθη που δεν έγιναν. Και εγώ καίγομαι στο χάος του, γιατί δεν μπορώ να γνωρίζω αν η αντίδρασή σου θα ήταν πληγή ή ευτυχία.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

ασανσέρ (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 6ο)


Η Φλορ είχε επιστήσει την προσοχή στους φίλους τους, να μην έρθουν στο νοσοκομείο, έως ότου σταθεροποιηθεί η κατάσταση, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω απ'την ήδη υπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση. Σεβόταν τους γονείς της φίλης της και ως το μοναδικό άτομο μαζί με τον Νικ που γνώριζε την λεπτότητα της υπόθεσης, αποφάσισαν να προσποιηθούν ένα δήθεν αυτοκινητιστικό ατύχημα στους υπολοίπους, παρά την αυτοκτονία. Έτρεμε όμως στη στιγμή, που θα άκουγε απ'το στόμα των γονιών της Εστέλλας "γιατί να το κάνει αυτό το παιδί μου Φλορ, γιατί;". Και αυτό ακριβώς συνέβη, όταν άνοιξαν οι συρόμενες πόρτες του ασανσέρ στον τρίτο όροφο. 
-Εστέεεελααααα, η μητέρα της σπάραζε απ'το βάθος της ψυχής της, τα μάτια της γυάλιζαν απ'το ασταμάτητο κλάμα και ο μόνος λόγος που κρατιόταν στα πόδια της, ήταν ο άντρας της ο Ζαν την βαστούσε απ'τα μπράτσα. Η Φλορ δεν ανταποκρινόταν.
-Φλορ κοπέλα μου, πες μου τι είπαν οι γιατροί; που είναι το μωρό μου; ένας γιατρόοοος, η Σοφύ συνέχισε να ρωτάει με το ίδιο ρυθμό όσα παραπάνω μπορούσε, για να μην αφεθεί στη σκέψη του ενδεχόμενου χαμού του παιδιού της. 
Ο Νικ μαζί με τον Ζαν την ανάγκασαν να καθίσει.
-Κυρία Σοφύ, ο γιατρός είπε πως το πρώτο 48άωρο είναι κρίσιμο, σίγουρα όμως ο κίνδυνος έχει διαφύγει, μεταφέροντας της η Φλορ ο,τι ειπώθηκε νωρίτερα απ'τον γιατρό σε έναν πιο καθησυχαστικό τόνο.
Η Σοφύ παρόλα αυτά δεν σταμάτησε να τρέμει απ'την ένταση, ενώ ανά διαστήματα λιποθυμούσε. Ο Νικ ανέλαβε να καλέσει βοήθεια. Μετά από μερικά λεπτά μια νοσοκόμα εμφανίστηκε και χωρίς δεύτερη κουβέντα, πήρε τη Σοφύ σε ένα δωμάτιο παρά τις αντιρρήσεις της ίδιας. Της χορήγησε μια ηρεμιστική ένεση και την άφησε να κοιμηθεί.
Ο πατέρας της Εστέλλας, αφού η γυναίκα του έστω και τεχνητά ηρέμησε κατευθύνθηκε προς το γκισέ για να κανονίσει τα διαδικαστικά. Ύστερα επέστρεψε στο χώρο αναμονής δίπλα στη Φλορ και τον Νικ.
Με ψυχραιμία στη φωνή και τα χέρια του αγκαλιασμένα μεταξύ τους, στράφηκε στους φίλους της κόρης του.
-Γιατί έκανε απόπειρα;
Ο Νικ κοίταξε την Φλορ σαν να προσπαθούσε να συνεννοηθεί μαζί της για το ποια θα ήταν η γραμμή πλεύσης τους. Το επιβεβαιωτικό βλέμμα της αρραβωνιαστικιάς του δεν άφηνε περιθώρια. Η μόνη ορθή επιλογή πλέον ήταν η αλήθεια.
-Δεν είμαστε σίγουροι ούτε εμείς, υποθέτουμε απλώς ο,τι...
Πριν προλάβει ο Νικ να ολοκληρώσει την φράση του ο Ζαν τον διέκοψε.
-Που είναι ο Πιτ; Μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση δεν το παρατήρησα.
Η Φλορ και ο Νικ πάγωσαν μπροστά στην ερώτηση του Ζαν, ο οποίος δεν καθυστέρησε να διαβάσει τις σκέψεις του ζευγαριού. Από μικρές, όταν η Εστέλλα με την Φλορ μεγάλωναν μαζί ήταν ο πρώτος που αντιλαμβανόταν τα μυστικά και τα όσα κρύβανε απ'τους υπολοίπους. Βρισκόταν κοντά τους, ήξερε τον τρόπο που σκέφτονταν και μόλις τις ανακάλυπτε, αυτές του άνοιγαν την καρδιά τους και τον εμπιστεύονταν  Επί χρόνια η ίδια διαδικασία. Έτσι και τώρα σε μια αίθουσα αναμονής.
-Ο Πιτ δεν είναι εδώ, ε Φλορ; Χωρίσανε; Εξαιτίας αυτού το κοριτσάκι μου θέλησε να... , ο Ζαν κόμπιασε στο να ξεστομίσει το ανάλογο ρήμα. Τα μάτια του βούρκωσαν και για πρώτη φορά έμοιαζε να λυγίζει απ'τα γεγονότα.
-Όση ώρα οδηγούσαμε για να φτάσουμε, αναρωτιόμασταν το "γιατί". Ποιο λόγο είχε η Εστέλλα. Η σχέση της μαζί μας ήταν καλύτερη από ποτέ, με τη δουλειά της τα πράγματα στρωμένα, αλλά ακόμα και εκεί να υπήρχαν αναταραχές δεν... δεν... δεν αυτοκτονείς. Ο Ζαν έκανε μια παύση. 
-Μόνο τον έρωτα δεν μπορείς να ελέγξεις στο πως θα σου γυρίσει το μυαλό. Νομίζαμε βέβαια ο,τι με τον Πιτ η σχέση συνέχιζε να είναι αυτή που όλοι γνωρίζαμε. Γιατί δεν μας μίλησε Φλορ; Ίσως να προλαβαίναμε τα χειρότερα. Ίσως να μην πλησίαζε στο θάνα...
-Κύριε Ζαν, σταματήστε. Σταματήστε όλοι σήμερα. Τα ίδια έλεγε και η Φλορ πριν. Η Εστέλλα θα βγει απ'αυτή την πόρτα ζωντανή και σε λίγο καιρό θα το θυμόμαστε και θα γελάμε. Ακούτε; Θα γε-λά-με. 
Η Φλορ δεν άντεξε άλλο στη πίεση και τη ροή των συναισθημάτων και έμπηξε τα κλάματα  Ο Ζαν την αγκάλιασε και την ακολούθησε στην συγχορδία των ματιών. Ρουφούσαν ο ένας τον πόνο του άλλου, σαν ομοιοπαθητική μόνο που απ'την θεραπεία τους ξαναζωντάνεψε ο Νικ.
-Πρέπει να συνέλθουμε δεν έλεγες Φλορ; Πρέπει. Και αυτό θα κάνουμε.
Η Φλορ ακουμπισμένη στον ώμο του Ζαν κοίταξε επίμονα τον Νικ. Το πρόσωπο του αντικατέστησε το πρότερο σοκ και τη παγωμάρα, με τη συμπαράσταση και το στήριγμα που αναζητούσε η Φλορ. Πήρε δυο ανάσες και ανασυγκέντρωσε τις σκέψεις του εγκεφάλου της. Έπειτα στράφηκε στον πατέρα της Εστέλλας.
-Κύριε Ζαν... και ξεκίνησε να διηγείται την ανατρεπτική ζωή του τελευταίου καιρού της Εστέλλας με τον Πιτ, μέχρι τη στιγμή που την βρήκαν ανάσκελα στο μπάνιο. Τη σιωπή που ακολούθησε την αφήγηση της, την διέβαλε ο ήχος του ασανσέρ στον τρίτο. Ή μάλλον η όψη του Πιτ να ξεπροβάλλει μέσα απ΄αυτό.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

τόσο όσο

πούλησες το μυαλό σου
και αγόρασες το δικό μου
σε δευτερόλεπτα,
μα απ'τη σιγουριά σου
με χρέωσες σε δόσεις
γι'αυτό μη ρωτήσεις
"πόσο καιρό ακόμα;"
τόσο όσο για να ξεχρεώσεις
τα τσιγάρα 
που φέρανε το σάλιο σου



Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

oh don't you see?

Με απειλούν οι αναμνήσεις και οι προσδοκίες. Ανάμεσα στο "είχε γίνει" και στο "μακάρι να ... αλλά μπα". Δεν φοβάμαι πια να διαλέξω ανάμεσα στα δυο πρόσωπα, φοβάμαι μόνο πως η επιλογή θα είναι για το ποιος με πόνεσε περισσότερο. Και εκεί τρομάζω.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

kilómetros de distancia (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 38o)

Είμαστε εγωκεντρικά όντα.
Λένε πως δεν αγαπάμε ουσιαστικά τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά τα συναισθήματα που μας προκάλεσαν κάποιες στιγμές μοιρασμένες μαζί τους.
Έτσι και εγώ διάλεξα και κράτησα.
Εκείνο το πετάρισμα στην κοιλιά μου την ώρα του τελευταίου άβολου εναγκαλισμού και του σταυρωτού φιλήματος μας. 
Μετά από το καλοκαίρι.
Ένα απόγευμα Παρασκευής.

-έστω και ψευδαισθητικά αγαπιέσαι
από χιλιόμετρα μακριά-




Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

δεν ξέρω (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 37ο)

δεν ξέρω πως να στο πω
δεν ξέρω πότε να στο πω
δεν ξέρω αν πρέπει να στο πω

βασικά ήλπιζα αν μπορούσες να το καταλάβεις μόνος σου, και μετά το συζητάμε.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

48 ώρες (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 5ο)

Το ασθενοφόρο δεν άργησε να φτάσει. Οι μεταφορείς σήκωσαν το κορμί της Εστέλλας. Έμοιζε τόσο εύθραυστη και αβοήθητη. Δεν θύμιζε τίποτα απ'την εικόνα του παρελθόντος. Η Φλορ βίωσε το βάρος της υπόθεσης στους ώμους της. Τη στιγμή που έβγαζαν την Εστέλλα με το φορίο απ'την εξώπορτα, η Φλορ κατέρρευσε στην αγκαλιά του Νικ. Ξέσπασε σε κλάματα. Ούρλιαζε σαν αγρίμι και σιγά σιγά ακούμπησε στα γόνατα της. Τοποθέτησε το σώμα της σε μουσουλμανική στάση προσευχής και έβγαζε ακατάλυπτους θρηνητικούς αμανέδες απ'το στόμα της. Ο Νικ είχε πέσει από πάνω της και σαν κουκούλι την κάλυπτε με τα χέρια του, προσπαθώντας να συγκρατήσει την επερχόμενη τρέλα της.
Τόσο άξαφνα, με μια ατσούμπαλη κίνηση η Φλορ σηκώθηκε και στράφηκε στο Νικ με ένα βαθύ βλέμμα.
-Πρέπει να πάμε πίσω απ'το ασθενοφόρειο Νικ. Πρέπει να είμαστε εμείς οι δυνατοί της ιστορίας. Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει Νικ. Ο Νικ κουνούσε το κεφάλι του συγκαταβατικά στα λόγια της αρραβωνιαστικιάς του.
-Νικ, πρέπει να τηλεφωνήσεις στο Πιτ, πρόσθεσε η Φλορ και έπιασε το χέρι του, τραβώντας τον προς την έξοδο.
Φτάσανε στο νοσοκομείο ακολουθώντας από πίσω το ασθενοφόρο. Το φορείο με την Εστέλλα κατευθυνόταν αλαφιασμένα στα επείγοντα. Ένας απ'τους μεταφορείς φώναξε "απόπειρα με χάπια" και οι νοσοκόμες μπήκαν αμέσως στο κλίμα της περίπτωσης. Η πόρτα έκλεισε και η Φλορ με τον Νίκ έμειναν να κοιτάζουν απ'το γεμάτο δαχτυλιές παραθυράκι της. Πόσα ζευγάρια παλάμες άγγιξαν τις τσιρίδες τους άραγε πάνω του.
-Νικ ας μοιράσουμε τα τηλέφωνα, είπε με μια αλλοπρόσαλλη ψυχραιμία η Φλορ.Πάνω κάτω, πάνω κάτω, επί ένα τέταρτο και οι δυο στο διάδρομο της μονάδας. Ειδοποίησαν τους γονείς και τους στενούς τους φίλους. "Δεν μας έχουν ενημερώσει για την κατάσταση αλλά η Εστέλλα είναι μαχητής..." έλεγαν σε όλους. Εκτός απ'τους γονείς της. Εκεί στάθηκαν τα λόγια σαν ψαροκόκαλα στο λαιμό. Η Φλορ τους ανέλαβε και ένιωσε τον σπαραγμό της μητέρας της Εστέλλας στην άκρη του τηλεφώνου.
-Πως αντέδρασαν;

-Όπως κάθε γονιός Νικ που αισθάνεται πως το παιδί του πεθαίνει. Τι ρωτάς;

Ο Νικ ενοχλήθηκε απ'την επιθετικότητα στην απάντηση της Φλορ.
-Συγγνώμη Νικ. Είμαι...Καταλαβαίνεις... Τα μάτια γέμισαν ξανά δάκρυα.
Ο Νικ την αγκάλιασε στοργικά αφήνοντας το κεφάλι της να κλειδώσει κάτω απ'το πιγούνι του χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.-Ο Πιτ τι είπε; Έρχεται;
-Δεν απάντησε.
-Τι; Μα πόσο ανόητος μπορεί να είναι; Εδώ δεν μιλάμε για παιδιάστικα πείσματα είναι ζήτημα ζωής.
-Του έστειλα μήνυμα να με πάρει τηλέφωνο μόλις δει τις κλήσεις μου.-Το κάθαρμα. Εξαφανίζεται. Την παρατάει χωρίς εξηγήσεις. Άπομακρύνεται και από μας και τώρα δεν σηκώνει και τα τηλέφωνα. Πότε θα καταλάβει ο μαλάκας ο φίλος σου, ο,τι δεν περιστρέφεται γύρω απ'αυτόν ο κόσμος. Καταλήξαμε να μας αποφεύγει γιατί νομίζει, ο,τι θα τον παρακαλέσουμε να γυρίσει στην Εστέλλα. Όταν θα την δει όμως νεκρή.
-Σταμάτα Φλορ.
-Ούτε να το ξεστομίσω δεν μπορώ.
Βούρκωσε η Φλόρ και σκούπισε τα υγρά των ματιών της στο μάλλινο μπλουζάκι της. Ταυτόχρονα ο γιατρός εξήλθε απ'το χειρουργείο.
-Της κάναμε πλύση στομάχου. Οι επόμενες 48 ώρες είναι κρίσιμες για να αποδειχθεί αν διέφυγε τον κίνδυνο. Εσείς την βρήκατε;
-Μάλιστα.
-Μερικές ώρες παραπάνω και δεν θα υπήρχε καμιά ελπίδα. Τι να πω, υπομονή.
Ο γιατρός έφυγε σαν να εκπλήρωσε τον τυπικό του ρόλο. Κομπάρσος ταινίας. Η Φλορ και ο Νικ έστρεψαν τις πλάτες τους προς αντίθετες κατευθύνσεις εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους. Τότε κουδούνησε το κινητό του Νικ.
-Έλα. (...) Είμαστε στο νοσοκομείο. (...) Η Εστέλλα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας (...) Στο...Συνέχισε ο Νικ να δίνει τις τεχνικές πληροφορίες στον Πιτ και μόλις κλεισε το κινητό, κοίταξε την Φλορ.

-Έρχεται.

-Άργησε Νικ. Άργησε.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

ιταλικά πλακάκια (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 4ο)

-Εστέλλα μ'ακούς; Εστέλλα, Εστέλλα, απάντησε μου μ'ακούς; Νικ γιατί δεν απαντάει, Νικ κάλεσε το ασθενοφόρο. ΤΩΡΑ Νικ. Μη κοιτάς χαζεμένα. Χάπια πήρε Νικ. Ο Πιτ φταίει για όλα. Ο φίλος σου. Νικ πάρε τηλέφωνο σου λέω. Σύνελθε.

Ο Νικ κοιτούσε συγκλονισμένος το αναίσθητο σώμα της Εστέλλας στο μπάνιο. Μια περιουσία είχε ξοδέψει η Εστέλλα για τα πλακάκια αυτά. "Ιταλικά πρώτης ποιότητας", πάντα αναφωνούσε, "τα καλύτερα στην αγορά". Και τώρα ξάπλωνε, η Ωραία Κοιμωμένη, πάνω τους.

Η Φλορ πέρασε μπροστά του σαν τον άνεμο και συνέφερε τον Νικ απ'το κοκάλωμα που του προκάλεσε η αυτοκτονική σκηνή. Ενώ η Φλορ ικέτευε στο ακουστικό να φτάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται το ασθενοφόρο, ο Νικ κρατούσε με αγωνία το κεφάλι της Εστέλλας και ψιθύριζε ρυθμικά, σχεδόν αυτιστικά τα ίδια λόγια "τόσο πολύ τον αγαπάς Εστέλλα;". Έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να την κρατήσει στη ζωή μέσα απ'την αναφορά του. Ο Πιτ το καρπούζι, ο Πιτ και το μαχαίρι. Δεν είχε το εισιτήριο πια για να την κάνει ευχισμένη, παρά μόνο αυτό που οδηγεί στο θάνατο και αυτό που σε γλιτώνει.
Η Φλορ και ο Νικ είχαν μια μέρα να ακούσουν νέα απ'την Εστέλλα. Είχαν συνηθίσει να εξαφανίζεται τον τελευταίο καιρό τα απογεύματα και τα βράδια, αλλά το μάτι τους δεν την αντιλήφθηκε καθόλου ούτε με το φως του ήλιου. Η Φλορ ανησύχησε. Άρχισε να την παίρνει τηλέφωνα, να της αφήνει μηνύματα στο τηλεφωνητή, να την ψάχνει στις σελίδες της στο ίντερνετ. Κανένα σημάδι ζωής όμως. Της χτύπησαν το κουδούνι κατά το μεσημεράκι. Τίποτα. Ευτυχώς η Φλορ είχε ένα ζευγάρι κλειδιά του διαμερίσματος για τις "έκτακτες ανάγκες", καταχωνιασμένο στη ντουλάπα με τα ρούχα. Ανοίξανε την εξώπορτα. Το σπίτι ασυμμάζευτο, με μια εσάνς κλεισούρας και μπαγιάτικου φαγητού. Προχώρησαν προς το εσωτερικό. Τότε την βρήκαν χυμένη στο πάτωμα. Στα ιταλικά πλακάκια.
Η Φλορ και ο Νικ είχαν μετακομίσει στο απέναντι διαμέρισμα πριν ένα χρόνο. Ο Νικ συμφοιτητής του Πιτ και η Φλορ παιδική φίλη της Εστέλλας. Μια φορά, από εκείνες τις αρχικές εξόδους, η Εστέλλα έφερε και την Φλορ και ο Πιτ τον Νικ. Πρώτα στέριωσε η Φλορ με τον Νικ και μετά από μήνες ολοκληρώθηκε το ειδύλλιο της Εστέλλας. Όταν πριν δυο χρόνια αποφάσισε να συγκατοικήσει με τον Πιτ, κανείς δεν τους στάθηκε εμπόδιο. Αντίθετα η Φλορ προερχόμενη από μια σφιχτή παραδοσιακή οικογένεια της πόλης, κουκούλωσε την συγκατοίκηση με έναν αρραβώνα. Τα ζευγάρια μετρούσαν τέσσερα χρόνια σχέσης, και δυο αντίθετες πορείες. Παρότι η Φλορ ήταν μόλις 24 και ο Νικ 29 χρόνων, όπως η Εστέλλα και ο Πιτ αντίστοιχα, έχοντας μόλις τελειώσει με τις σπουδές τους, αποφάσισαν να παντρευτούν. Τη μέρα που πήγαιναν με τα γλυκά να το ανακοινώσουν στους γείτονες και προσεχώς κουμπάρους τους, ο Πιτ είχε φύγει απ'το σπίτι και η Εστέλλα κυλιόταν στα πατώματα. Όπως και τώρα. Απλως σε αυτή τη περίπτωση δεν ήξερε κανένας αν θα ξυπνούσε.

αντίστροφη μέτρηση (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 36ο)

Αντίστροφη μέτρηση από αύριο. Κάθε Πέμπτη και από ένα μάθημα. Συμβολικά τοποθετημένο το πρόγραμμα. Με κίτρινα τσιγάρα ξεκίνησαν όλα, με κίτρινα τσιγάρα τελειώνουν κιόλας. Ψιτ νεαρέ μελαχρινέ δεν ξέρω τι να βάλω τίτλους τέλους ή συνεχίζεται... ;

τσόντα

Είναι και αυτή η ζωή, η οποία μοιάζει καμιά φορά με σενάριο, απ'τα κακογραμμένα. Κάτι συμπτώσεις, κάτι τρίγωνα σαν τσόντες. Απ'τις φθηνές των συνοικιακών μίνι μάρκετ με τον κλασικό 60άρη για ιδιοκτήτη. 

Αν η ζωή είναι τσόντα μπορεί τουλάχιστον να βγαίνει στην άκρη δεξιά το κουμπάκι που λέει "next"; Ή ξεπερνάει το μπάτζετ;

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

μηχανικά (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 3ο)

Τα απογεύματα συχνά η Εστέλλα στεκόταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη με το χρυσό περίγραμμα για ώρες. Άλλες φορές απασχολούσε τον εαυτό της με ιστορίες ερωτευμένων, άλλοτε απογοητευμένων και άλλοτε μιλούσε με τη σιωπή της, ενώ ταυτόχρονα μεταμορφωνόταν σε ένα όμορφο πλάσμα που δεν θύμιζε τίποτα απ'το οριακά φρενοβλαβές κορίτσι μετά την απουσία του Πιτ. 

Καθόταν σε εκείνη την ξύλινη καρέκλα που είχε φέρει ο Πιτ απ'το ταξίδι του στην Ινδία. Πάντα της φώναζε να μην ακουμπάει βαριά αντικείμενα πάνω της, γιατί ήταν εύθραστη και πολύ πιθανόν να έσπαγε. Αυτή αντιδρούσε, τσατιζόταν που της φερόταν διδακτικά, αν και κατά βάθος της άρεσε αυτή η περίεργη εξουσία που ασκούσε πάνω της. Συνέχεια έκλεινε τον καβγά τους με την ίδια φράση "μα ποιος νοήμων άνθρωπος κουβαλάει καρέκλα απ'την Ινδία;". Ένα βράδυ όμως από εκείνα που το πάθος δεν ελέγχεται και τυφλώνεσαι απ'την επιθυμία του κορμιού, ο Πιτ έριξε την Εστέλλα στην καρέκλα. Την πήγε στον παράδεισο. Και την Εστέλλα και την καρέκλα, που ράγισε και αμέσως έσπασε το ένα ποδάρι της. Ο Πιτ δεν γκρίνιαξε. Σήκωσε την Εστέλλα στην αγκαλιά του, την μετέφερε στο κρεβάτι τους για να τυλιχθούν με τα καθαρά σεντόνια και άφησε την καρέκλα εκεί. Σύμβολο του ανεξέλεγκτου πόθου τους.

Έβαφε με συγκεκριμένη τακτική το πρόσωπο της. Εκ φύσεως χλωμή τόνιζε τα ζυγωματικά της με αρκετό αλλά ποτέ υπερβολικό ρουζ. Κάλυπτε τις ανεπαίσθητες ατέλειες της, ζωντάνευε με λίγη μάσκαρα τα μάτια της και πρόσθετε ελαφριές σκιές. Τα μαλλιά της ανέγγιχτα χωρίς βιομηχανικά βοηθητικά. Κυματιστά. Μελαχρινά. "Το σπίτι μου", της έλεγε ο Πιτ. Ο ίδιος κύκλος περιποίησης συνέχεια και ήταν έτοιμη.

Πήρε για πολλοστή φορά το τοπικό λεωφορείο που έκανε στάση λίγα μέτρα μακριά απ'το παλιό σπίτι του Πιτ. Όχι αυτό που λογικά έμενε τώρα με την καινούργια του αγαπημένη, αλλά το παλιό. Το σπίτι που ανταλλάξανε το πρώτο τους φιλί, το πρώτο τους χάδι, το πρώτο τους σ'αγαπώ. Ακολουθούσε το ίδιο πρόγραμμα. Πήγαινε και πλάγιαζε το κορμί της ανά 20 λεπτά σε διαφορετικές εισόδους απ'τις πολυκατοικίες του δρόμου του. Ένα στενάκι ήταν, που πια την είχε μάθει, καλύτερα απ'τον εαυτό της. Κάπνιζε περίπου 5 τσιγάρα σε κάθε πλατύσκαλο. Ορισμένες μέρες το σπίτι του Πιτ είχε αναμμένο φως ή ανοιχτή μπαλκονόπορτα ή κατέφθανε ο διανομέας απ'το αγαπημένο του μαγαζί και έτσι η Εστέλλα ήξερε πως είναι πάνω. Ήλπιζε πως ίσως θα κατέβαινε για λίγο να πάρει τα τσιγάρα του και θα τον συναντούσε ή όταν δεν έβλεπε κανένα απ'τα παραπάνω σημάδια, πως θα τον πετύχαινε στην επιστροφή του. Μόνο να μην ήταν μαζί της, με την καινούργια. Στη περίπτωση αυτή θα στεκόταν κοκαλωμένη. Όχι πως ήξερε τι θα του έλεγε ούτως ή άλλως, αν θα έπεφτε δήθεν από απροσεξία πάνω του ή αν θα φώναζε το όνομα του σε φιλικό τέμπο σαν να βρέθηκε τυχαία στη γειτονιά του. Δεν χρειάστηκε να αποφασίσει, γιατί ο Πιτ δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ούτε για τσιγάρα κατέβηκε, ούτε γύρισε σπίτι του προερχόμενος απέξω. 

Η Εστέλλα άναβε και έσβηνε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μηχανικά. Πήρε το λεωφορείο της επιστροφής. Μηχανικά. Άνοιξε με το κλειδί την εξώπορτα του σπιτιού της. Μηχανικά. Πέρασε ένας μήνας που είχε αποκτήσει αυτό το απογευματινό συνήθειο. Ξεντύθηκε με γοργές κινήσεις, πήρε το λάπτοπ της και πήγε στη ξύλινη καρέκλα. Έβαλε το μηχάνημα με τα ηχογραφημένα μηνύματα να παίζει. Ακούστηκε η φωνή του Πιτ σε προτάσεις γεμάτες ερωτικά υπονοούμενα και υποσχέσεις. Τη μουσική τους, το κρασί τους, τη σελίδα του στο φέισμπουκ. Αυτή καθισμένη ανάλαφρα στη μισοσπασμένη καρέκλα. Κρατούσε και την κούπα της. Με το ουίσκι. Έτσι πέρασε και αυτή η νύχτα της. Παρέα με τα σύμβολα του(ς). Μηχανικά.


Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

cosmic love (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 35ο)



(Σκηνή 1η: το πριν)

δυο τιν τιν στη σειρά
κατέληξαν μια αγκαλιά
-"χτυπάει η καρδιά σου;"
γυμνές πατούσες 
που μεταφέρουν σκόνη, πάνω κάτω

κοινά ποτήρια
κοινά βλέμματα
κοινά τσιγάρα
κοινά φιλιά

πυροτεχνήματα τα μάτια του
-"την άκουσες την έκρηξη;"
-"η κοιλιά σου δεν έκανε έτσι;"
-"όχι η ψυχή μου"

(Σκηνή 2η: το μετά)

δυο τιν τιν στη σειρά
κατέληξαν σε μια αγκαλιά
-"σφίξε με μέσα σου"
δεν θυμίζει παρελθόν
τυφλώθηκε το μέλλον τους, αβέβαιο και μη

ξένα ποτήρια
ξένα βλέμματα
ξένα τσιγάρα
ξένα φιλιά

κρύα χέρια
-"χτυπάει η καρδιά σου και απορυθμίζει τη δικιά μου"
-"τι θες να κάνω επιτέλους;"
-"κάν'την να σταματήσει"

(Τέλος)

(director's cut)
έτσι σταμάτησε να τον νιώθει
αυτή έπιασε τη μια γωνιά στον καναπέ
αυτός έπιασε την άλλη γωνιά στον καναπέ
άγνωστο αν θα συναντηθούν ποτέ στη μέση του
   

ικανά σωματίδια να χάσουν το δρόμο
   αυτό είναι κοσμική αγάπη


διπλό καλοκαίρι (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 34ο)


ένα βράδυ σύμπτωση ονομάστηκε,
απ'αυτές τις μυστικές ενώσεις,
τις γαλαξιακές.
δυο λόγια "είναι εδώ"
από στόμα άγνωστο,
που έγινε γνωστό
για να σε αναπληρώσει.
έτσι αναπνέω πλέον.

ένα πρωινό πάνω σε μια πετσέτα
σε ψάχνω αριστερά και δεξιά.
ακίνητη όμως
παραπλανώ τον εαυτό μου
και δίπλα μου σε βρίσκω τελικά.
μα δεν είσαι εσύ
ομοίωμα που σου μοιάζει
ίδιο, ανατριχιαστικά.

τόσο ανάγκη είχα να σε βρω
που σε κράτησα χωρίς τις διαφορές,
σε αγκαλιές ανθρώπων που σε θύμιζαν
παντού ένα πρόσωπο
ένα ισούται δικό σου.

κάπου εκεί κάηκα
στη σκέψη σου.
τελείωσε το τσιγάρο
ξύπνησες εσύ.
για τα καλά.
πάλι.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ετών 6 (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 33ο)

-Μαμά τι είναι η αγάπη;
-Ένα συναίσθημα παιδί μου.
-Τι συναίσθημα μαμά;
-Όμορφο συναίσθημα. Απ'αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος.
-Και το φαϊ δεν έχεις πει πως έχει ανάγκη ο άνθρωπος;
-Ναι.
-Άρα η αγάπη είναι σαν το φαϊ;
-Όχι ακριβώς.
-Και εσύ γιατί λες στο μπαμπά "θέλω να σε φάω";
-Γιατί τον αγαπαώ πολύ.
-Όσο το φαϊ;
-Περισσότερο.
-Μαμά μπερδεύτηκα.
-Και εγώ παιδί μου. Αυτό είναι αγάπη. Το μπέρδεμα.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

θεατρική παράσταση (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 2ο)

-Θα πούμε ποτέ την αλήθεια μεταξύ μας Πιτ; Γιατί θέλεις να εξαφανιστείς; Σταμάτα να μαζεύεις τα πράγματα σου όταν μιλάω. ΣΤΑΜΆΤΑ Πιτ. Μη με κοιτάς έτσι. Ναι, ύψωσα τον τόνο της φωνής μου. Τι είναι; Πίστευες ο,τι ποτέ δεν θα σου φωνάξω; Πες κάτι. Μα τι κάνεις; Όχι την οδοντόβουρτσα σου Πιτ. Έτσι αρχίσαμε. Υπάρχει άλλη ε; Ποια είναι; Πες μου Πιτ. Μα γιατί δεν μου μιλάς; Σ'αυτή πας; Τι σου προσφέρει καλύτερο; Πιτ σ'αγαπάω. Πιτ μη φεύγεις. Όχι Πιτ, Πιτ, Πιτ, Πιτ, μη.

Αν ήταν θεατρική σκηνή θα ήταν κάπως έτσι. 

(Ο Πιτ έχει τοποθετήσει το σακβουαγιάζ του πάνω στο κρεβάτι τους) (Η Εστέλλα τον παρακολουθεί σιωπηλά. Αποφασίζει να επέμβει. Σηκώνεται απ'την άκρη του κρεβατιού και τον πλησιάζει) (Ο Πιτ είναι προσηλωμένος στο σακβουαγιάζ του)
Θα πούμε ποτέ την αλήθεια μεταξύ μας Πιτ; Γιατί θέλεις να εξαφανιστείς; (Η Εστέλλα του πιάνει το χέρι απ'το μπράτσο) (Ο Πιτ της το απομακρύνει με νεύρα. Δεν την κοιτάζει στα μάτια) Σταμάτα να μαζεύεις τα πράγματα σου όταν μιλάω. ΣΤΑΜΆΤΑ Πιτ. (φωνάζει η Εστέλλα με ένταση) Μη με κοιτάς έτσι. (ο Πιτ στρέφει για πρώτη φορά το βλέμμα του πάνω της, γεμάτο απορία και λύπηση.) Ναι, ύψωσα τον τόνο της φωνής μου. (με αποφασιστικότητα, έχοντας αρχίσει όμως να βουρκώνει) Τι είναι; Πίστευες ο,τι ποτέ δεν θα σου φωνάξω; Πες κάτι. (μιλάει δίπλα στο αυτί του, προσπαθεί να τον χαϊδέψει και να τον αγκαλιάσει, μ'αυτός την απομακρύνει) Μα τι κάνεις; (στρέφει το βλέμμα της στο σάκο και βλέπει την οδοντόβουρτσα) Όχι την οδοντόβουρτσα σου Πιτ. Έτσι αρχίσαμε. (την βγάζει απ'το σάκο και την κρατάει στα χέρια της σφιχτά) Υπάρχει άλλη ε; (η Εστέλλα δακρύζει) Ποια είναι; Πες μου Πιτ. Μα γιατί δεν μου μιλάς; (έχει γονατίσει και κλαίει με λυγμούς στην άκρη του κρεβατιού) (Ο Πιτ της παίρνει την οδοντόβουρτσα απ'τα χέρια. Τη ρίχνει μέσα στο σακβουαγιάζ και το κλείνει. Το βάζει στον ώμο του και κατευθύνεται προς την έξοδο.) (Η Εστέλλα σηκώνεται άτσαλα και τρέχει από πίσω του) Σ'αυτή πας; (με απόγνωση ρωτάει η Εστέλλα) Τι σου προσφέρει καλύτερο; Πιτ σ'αγαπάω. (Ο Πιτ είναι έτοιμος να ανοίξει την πόρτα. Το "σ'αγαπάω" της Εστέλλας τον κάνει να σταματήσει. Γυρίζει ενώ αυτή έχει γονατίσει πίσω απ'την εξώπορτα. Την κοιτάζει με στοργή. Αμέσως γυρίζει. Ανοίγει την πόρτα και την κλείνει απαλά πίσω του) Πιτ μη φεύγεις. (Η Εστέλλα μένει στο πάτωμα και ψιθυρίζει τα τελευταία της λόγια ξεψυχισμένα) Όχι Πιτ, Πιτ, Πιτ, Πιτ, μη.
(Η σκηνή κλείνει με την Εστέλλα στο πάτωμα)

Εκεί έμεινε όλο το βράδυ. Κοιτώντας την εξώπορτα. Σταμάτησε να κλαίει. Μα είχε το βλέμμα της τρέλας. Μακάρι να ήταν απλά μια θεατρική παράσταση.

2 σειρές (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 32ο)

-Πες μου την ιστορία σου μέσα σε 2 σειρές. Μη διστάζεις. Θα σε πιστέψω.

-Έπαψα να νιώθω. Πόνο, αγάπη, φόβο, έρωτα, λύπη, αγωνία, χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, αβεβαιότητα. Δεν έχω συναισθήματα. Γέμισα 2 σειρές με κενό. Και πάλι τίποτα. Ούτε ικανοποίηση.


Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

μια κούπα (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 1ο)

Γύρισε μεσάνυχτα, μα στο άδειο σπίτι μόνο η κούπα της έστεκε πάνω στο μπρούτζινο τραπεζάκι. Εκεί την είχε τοποθετήσει το πρωί, όταν φιλοξένησε μέσα της τον καφέ της. Και τις πρωϊνές ελπίδες της. Θυμήθηκε που είχε διαβάσει σε ένα σκονισμένο λεύκωμα των παιδικών της χρόνων, πως η αγαπημένη φράση της Σύνθιας που καθόταν μπροστά της με τις ξανθιές κοτσίδες, ήταν "εμείς την σκοτώνουμε την ελπίδα, στο χέρι μας χαροπαλεύει". Της την είχε πει η γιαγιά της, σύμφωνα με τη Σύνθια, εκείνα τα βράδια που σκούπιζε τα δάκρυα της εγγονής της για αθώες ιστορίες. Καναπές και η γιαγιά της Σύνθιας.
Σαν σύννεφα σκέψης πέρασαν μπροστά απ'τα μάτια της Εστέλλας, το παρελθόν 24 χρόνων, όπως το παγωμένο νερό έπεφτε με μανία στο πρόσωπό της. Για να συνέλθει. Ακούμπησε το δέρμα της και τις αναμνήσεις της στη πετσέτα. Την γαλάζια με τις χρυσαφί λεπτομέρειες στις γωνίες, που της είχε χαρίσει. Για να "εξοπλίσουνε" τη φωλιά τους.
Νωχελικά βήματα σε ένα γκρί διάδρομο. Του είχε αλλάξει χρώμα. Είχαν στεγάσει ένταση αυτοί οι τοίχοι. Πάθος του ξημερώματος και ωμότητα γεμάτη συναίσθημα.Στο δωμάτιο τους, έβγαλε τα ρούχα της, όμοια όπως της τα έβγαζε εκείνος με μια μαγική κίνηση. Ανασήκωσε τη μύτη της λες και γέμισε ο χώρος με το άρωμα του. Έκλεισε τα μάτια της, στριφογυρίζοντας ερωτικά γύρω απ'τον εαυτό της. Κάπου στο αλάφιασμα της στιγμής όμως πνίγηκε και αντί για λόγια ακούστηκε ο βρόγχος της ψυχής της. Σαν να την έπνιξε η ατμόσφαιρα. Η ατμόσφαιρα της φανταστικής παρουσίας του. Ή της υπαρκτής απουσίας του.
Αποφάσισε να πρωτοτυπήσει. Εξάλλου τον τελευταίο καιρό την είχε αποκαλέσει και ρουτινιασμένη. Χρόνια είχε να κυκλοφορήσει γυμνή στο σπίτι. Επικίνδυνα ελεύθερη για τα μέτρα της. Κάθε βήμα της έμοιαζε σαν τον άρρωστο που επιστρέφει απ'το χρόνιο κώμα. Αδέξιο. Σέρβιρε τον εαυτό της ουίσκι. Τον αναπόλησε. Όχι ο,τι τον αφαίρεσε ποτέ απ'τη φαιά ουσία της. Αγκαλιασμένοι μπλέκανε τα πόδια τους στον κόκκινο καναπέ και συμφωνούσαν για το πόσο σεξουαλικό έκανε το ουίσκι μια γυναίκα. Τι ανόητος, είχε ξεχάσει πως εκείνη δεν ενδιαφερόταν για τη βιτρίνα. Το ήθελε σαν γεύση. Γι'αυτό γέμισε την πρωϊνή της κούπα μέχρι την κορυφή. "Δυνατό τσάϊ" αναφώνησε και το κατέβασε εφηβικά στον στεγνό λαιμό της.
Κουρνιάζει στους γνώριμους καναπέδες, απ'αυτούς που αντέχουν την θλίψη της. Ανάλαφρα και οξύμωρα αρπάζει το ασύρματο τηλέφωνο απ'το τραπεζάκι. Πληκτρολογεί έναν τυχαίο αριθμό στην οθόνη, με απόλυτη αβεβαιότητα. Πατάει το πράσινο κουμπί. Μια αντρική φωνή ακούστηκε απ'την γραμμή, να σχηματίζει νυσταγμένα ένα τυπικό "ορίστε".
  
-Συγχαρητήρια είστε ο αποψινός τυχερός που θα μάθει την ιστορία μου με τον Πιτ.
Με ένα χάζεψε ο κόσμος, ο άγνωστος έκλεισε το ακουστικό.
Η Εστέλλα όμως δεν σταμάτησε. "Τον Πιτ τον γνώρισα ένα απόγευμα στο..." και μετά από 24 λεπτά τελείωσε. Τόσο έδειξε το κοντέρ. Και τότε έπεσε η κούπα απ'τη σφιχτή παλάμη. Άδεια πια. Όπως και η ίδια. Η ελπίδα πέθανε. Απ'τα χέρια της. Για ακόμα ένα βράδυ χάθηκε στην δικιά της λυτρωτική, ανώνυμη εξομολόγηση. Το πρωϊ θα ζωντανέψει στην επόμενη κούπα. Πάλι απ'την αρχή. Μέχρι να της τελειώσουν οι κούπες απ'το ντουλάπι και να πρέπει να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Σοφή γιαγιά της Σύνθιας.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

ανάσα (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 31ο)

κοίτα με σε ψάχνω σε στενά.
μαγικά εξαφανίζεσαι.
θέλω μια μέρα σαν θα αναπνέω
να βρεθείς μπροστά απ'τα χείλη μου,
ή
μέσα τους.

24/24 ένα μυαλό δουλεύει για σένα.
πονάει για να σε αποστηθίσει,
κουράζεται να σε αποκτήσει.
δίνεσαι αλλού,
μοιράζεις το κορμί σου σε κομμάτια
δώστο όπου θες, αδιάφορο.

χάρισε μου το εγώ σου. το άϋλο. αυτό θέλω.

πλησίασε με.
ψιθύρισε μου,
με μια ανάσα,
τις πιο παρεξηγημένες λέξεις στην ιστορία του κόσμου.
αυτές τις λέξεις, που είναι δύο,
όπως
εσύ και εγώ.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

μπαλκόνια (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 30ο)

υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί τους αρέσει ο ουρανός. σε κάθε απόχρωση. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί γυρεύουν το θάνατο. τον ακαριαίο. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί ψάχνουν τους εαυτούς στους σε φιγούρες περαστικών. της γης και του ουρανού. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί φοβούνται να γυρίσουν σε ο,τι βρίσκεται στην μπαλκονόπορτα. ανεπιβεβαίωτα "σε θέλω". 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί θέλουν να ρίξουν τις στάχτες του τσιγάρου τους. ενίοτε της ψυχής.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί περιμένουν. αυτό το χάδι.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια. με κλειστά μάτια.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια. 
υπάρχουν και οι άνθρωποι που δεν κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια.

τουλάχιστον στους πρώτους μένει η ελπίδα πως ίσως κάποτε πετάξουν. μακριά κοντά. ποιος ξέρει. ποιος νοιάζεται. ένα φτερούγισμα στη τελική. ας είναι βήματα χιλιοστών. και ας γκρεμοτσακιστούν.


source

-ώ ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου σημειώθηκε απ'τον Λειβαδίτη κάποτε-
    

  

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

ρουφηξιά (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 29ο)

μέτρα τις ρουφηξιές απ'τα τσιγάρα μου
να δεις πόσο σε σκέφτομαι
μα τι λέω δεν είσαι εδώ

ας ανάψω ακόμα ένα

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

νέος άνθρωπος

ανάσκελα στη θάλασσα,
γίνεσαι ο αφρός της.
τα αυτιά σου χάνονται
στο γουργούρισμα της.
σαν τον απόκοσμο ήχο των αναψυκτικών.


το σώμα σου παραδίνεται
κούτσουρο.
πέντε αισθήσεις δεμένες.
ξυπνάς γιατί βουίζει
ο ήχος της ανάσας σου σε σένα.


αναγεννιέσαι.
αναδύεσαι σαν αφροδίτη,
χωρίς φύλο.
στεριά.
ανάβεις το τσιγάρο
ολοκληρώθηκε η βάπτιση.


νέος άνθρωπος
-δες τον έρωτα (μας), βυθίζεται και αυτός-

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

μοίρα (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 28ο)

χέρια που δεν έχουνε να φάνε
αυτά κρατάνε ένα τσιγάρο πάντα.
και εμείς κρατάμε.
λέμε πως γεμίζει το κενό.
ή τουλάχιστον το νιώθουμε.

πιστεύεις στη μοίρα;
γιατί η κάρτα ταρώ δείχνει εσένα.

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

μου (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 27ο)

μάθαμε κάτι για σας δεσποινίς,
σε μια γωνιά δίπλα στο ψυγείο
με κρασί και με τσιγάρα
περνάνε οι νύχτες
σαν αερικά.


μάθαμε κάτι για σας δεσποινίς,
δακρύσατε για να φυτέψετε αγάπη
στη καρδιά σας,
μα η ξερασία της εποχής
σας κατέστρεψε.


μάθαμε κάτι για σας δεσποινίς,
πως πάψατε να βάζετε το "μου",
επιφυλακτικότητα το ονομάσατε
ανέραστη σας αποκάλεσαν
δεν ξέρουν το λαβύρινθό σας όμως.


μάθαμε κάτι για σας δεσποινίς μου,
θυμάστε ακόμα να αγαπάτε
οι άλλοι ξέχασαν.


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

ερωτήματα (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 26ο)

τόσο συναίσθημα που να το διοχετεύσεις;
αν σε φιλούσα όμως θα ερχόταν σε σένα
και μετά εγώ δεν θα ήμουν αντιμέτωπη
με βαθυστόχαστα ερωτήματα

-καληνύχτα-

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

αερικά σε μπαλκόνι (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 25ο)

H ζωή είναι πολύ μικρή για να μην διαθέτει πάθη,
από ένα τσιγάρο, μέχρι ένα φιλί.
Θυμάσαι, σου έλεγα τις θεωρίες μου ανάμεσα σε ξανθούς κόκκους
ή μήπως ήμουν μόνη τότε και σε φαντάστηκα;
Συνήθη φαινομενα, ευκόλως παρεξηγήσιμα.

Έχει άλλη γεύση το καρπούζι το καλοκαίρι.
Πιες το απ'τα χείλη μου και αποδειξέ το στον εαυτό σου.
Αλατισμένο απ'τη θάλασσα, ερωτευμένο απ'τα σωθικά μου.


Μας προλαβαίνω στους τίτλους, του τέλους,
Εσύ;
Μαντεύω την υπόθεση.
Σφιγκα αμπαρωμένη γίνεσαι,
αινίγματα βάζεις στα ήδη υπάρχοντα.
Μικροί άνθρωποι και εμείς
που πατάνε στη γη.

Σκιές χορεύουν στον αέρα.
Στο θάνατο ακουμπώ,
για ένα τανγκο μαζί σου στα ουράνια.
Χάρισε το μου και ας κοιμηθώ αιώνια.
Το χώμα είναι γόνιμο
άραγε και για μας;


Όνειρα ονομάζονται για τους φτωχούς,
δεν αρκούν πλέον.
Άνοιξε μου τα χέρια σου,
φτάνει να δω πως στα μάτια σου υπάρχει ζωή.
Αλλιώς ξερίζωσε με.
Τώρα.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012

αστρολογικός χάρτης (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 24ο)

Εισαγωγή - Κύριο Μέρος - Επίλογος

Ο θηλυκός σκορπιός μετά την σύζευξη καταβροχθίζει τον αρσενικό. Οι επιστήμονες το λένε. Και ο αρσενικός το γνωρίζει. Πηγαίνει όμως μαζί της και ας ξέρει πως θα πεθάνει. Άσχετες παρατηρήσεις -θαρρώ-.

-|| Διαπεραστικό βλέμμα. Ροκάνιζε την ψυχή σου για να κρατήσει αποκόμματα. Αγνοούσε το πότε θα σε συναντούσε ξανά. Μελαχρινή. Ψυχή κατράμι. Δεν κάπνιζει μπροστά σου. Φοβάται μήπως δεις τον εαυτό σου στο καπνό της και την καταλάβεις. Θα δάκρυζε. Χάνει. Ή έτσι μοιάζει στους τρίτους. ||-

Ο σκορπιός όταν τρελαίνεται τσιμπάει τον εαυτό του. Πεθαίνει απ'το δηλητήριο του. Γράφει ο ίδιος τον επίλογο. Εις τριπλούν είναι ο σκορπιός στον αστρολογικό της χάρτη. Φοβάται και αυτή μέχρι που μπορεί να φτάσει. Πιστεύεις στα ζώδια μωρό της;

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

παραλιακή (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 23ο)

Απ'τη παραλία γυρνούσα. Φεγγάρι είχε. Με αυτό το κίτρινο χρώμα. Της τελειωμένης λάμπας. Το κιτσέ. Με κουτσουρεμένο σύκο έμοιαζε.
Ο ταξιτζής άκουγε τα ποδοσφαιρικά του.

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

αποτσίγαρα (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 22o)

Σκισμένο Χαρτί, δεν ερωτήθηκες ποτέ πόσο πονάς. χωρίζεσαι απ'το άλλο σου μισό αλλά σιωπαίνεις, ελπίζεις καρτερικά σα να ξέρεις πως σε κάποια άλλη ζωή θα βρεθείτε.

μια μέρα χτυπούσε η εμμονή την πόρτα και ψιθύριζε το όνομα του. το σχημάτισε λάθος. έβαλε μέσα της το +αίσθημα. το δικό του όνομα παρέχει μόνο -αίσθημα. ένιωσα σκισμένο χαρτί. εσύ δηλαδή.

με πότισε μαυρίλα. δηλητηριασμένα βλέμματα στο μυαλό. μέχρι τα λαγούμια της ψυχής μου έφτασε η πίσσα. το βλέπεις το τσιγάρο στο τασάκι τον ρώτησα. σε κάπνισε. ποιος σου είπε οτι δεν καπνίζεις ανθρώπους; τότε το χαρτί πως το ρούφηξαν τα χείλη;

ρώτα για να μάθεις τον τρόπο που σε αγάπησα. κάλπικα πίστεψα. αφού και εσύ το βασανίζεις το χαρτί. στον άνθρωπο θα σταματούσες;

μα τυφλώθηκα απ'το καπνό μου.
και έπαψα να νιώθω.
ε ρ ω τ α ς ;
-άτονος-
ίδιοι. καήκαμε. σαν αποτσίγαρα.





Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

μεγάλες προσδοκίες

Περίμενα να μοιραστούμε τις ψάθες μας φέτος. Μήνες το σχεδίαζα. Καλά μη φανταστείς ήσυχα πράγματα. Καρπούζι, φιλιά, κεράσια, βατραχοπέδιλα, πατημασιές στην άμμο. Τον παλιατζή στις 10 το πρωί να μας ξυπνάει. Ιδρωμένους σε δανεικά ράντζα. Την αφορμή για το αντηλιακό, γιαούρτι για το κάψιμο, εβιάν στα μούτρα, πρόχειρες πίτσες σε τουριστικά εστιατόρια, ηλεκτρική μυγοσκοτώστρα. Να σου μιλάω για διηγήματα, να μου μαθαίνεις  τη μουσική σου. Να φοβάμαι  να ανοίξω τα μάτια στο νερό, να φοβάσαι να βγάλεις το μαγιό σου. Μπόρες απρόβλεπτες, λασπωμένα φλιπφλόπς, χορός στα νερά. Νύχτες με κεριά ή χωρίς. Όζες στα νύχια σου, μισοξυρισμένο το πόδι σου, λαδωμένα χέρια γιατί κάπου πρέπει να δοκιμάζω τα καλλυντικά μου. Αουτάν, τσιρίδες για τις ακρίδες, σφιχτές αγκαλιές. Να μ'ακούς να τραγουδάω να κλείνεις τα αυτιά σου, να πέφτω απ'το ποδήλατο, χρήματα να μην υπάρχουν, βενζίνη τέλος, ωτοστόπ σε περαστικούς. Την Δευτέρα την αγάπη μας βραστή. Την Τρίτη ψητή. Την Τετάρτη στα κάρβουνα. Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στο στρώμα μας. Άπλυτα ρούχα. Δεν χρειαζόμαστε ρούχα. Ταινίες, παγάκια στις μπλούζες, κλάμα για τις μέλισσες που μπλέκονται στα μαλλιά μου, γυαλιά μυωπίας, χαλασμένα ακουστικά στο άϊποντ, σκόρπια εισιτήρια κτελ στη βαλίτσα, τρίχες παντού.

-Μεγάλες προσδοκίες. Σχέδια θα μείνουν στο συρτάρι. Δεν θα τα φορτώσω μαζί μου γιατί θα με φάει αυτό το "αν". Να ήμουν η Εστέλλα και εσύ ο Φιν. Και ας πάρει χρόνο.-

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

ωμή αντεπίθεση (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 21ο)

κατηγορείσαι για παρακράτηση ευκαιριών
τρίτων, δεύτερων, πρώτων.
στημένο στον τοίχο και σε πυροβολούν
γνωστοί της και άγνωστοι της.
ζητάνε πίσω τα δανεικά της αισθήματα
και τα άλλα με το συν.

είπες πως λέμε μόνο τη μεριά της.
υποθέτω τουλάχιστον.

με τον πόνο συμβαδίζουμε όχι με την αναισθησία
κύριε
εδώ ψυχές πονάνε και εσείς γελάτε
κύριε
παίζεται σαν να είμαστε τα ζάρια σας
κύριε

φαντάσου όμως να κλείσει εκείνη απότομα το τάβλι.
από δάχτυλα μέχρι καρδιά μπορεί να σου πιάσει.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

quizas, quizas, quizas (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 20ο)

Είναι αυτές οι μουσικές που βαραίνουν τα μυαλά μας. Κάτι κύτταρα στιβαγμένα στο χωροχρόνο. Με όψεις απειλητικές μα γνώριμες. Οι βλεφαρίδες κλείνουν τόσο όσο θες να ξεχάσεις. Ανάβεις το τσιγάρο σου αλλά χωρίς την φωτιά θα στεκόσουν ανήμπορος. Εξαρτημένα όντα.

Είναι αυτές οι μουσικές που στίχους δεν δέχτηκαν. Σιωπές τις βάφτισαν με λάδι και ξύδι. Παρακαλούν για μια κουβέντα. Αυθόρμητα απαιτούν. Μέσα σε τέσσερις τοίχους μείναν τα αποκαΐδια τους. Σάπισαν όπως σαπίζουμε. Αδικιολόγητα.

Είναι αυτές οι μουσικές που ξεχυλίζουν δάκρυα. Δεν σου επιτρέπεται να τα δεις. Κοίτα στον καθρέφτη και ίσως. Ένα πρόσωπο θα είναι στη γωνία δεξιά ίσως. Αυτό το πρόσωπο ίσως. Ίσως να ήθελε να είναι ο αναπτήρας σου.

Είναι αυτές οι μουσικές σου. Τουλάχιστον σε έχω στα αυτιά μου. Για όσο αντέχει η αυτοαποκαλούμενη καρδιά μας.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

πες μου και θα γίνει (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 19ο)

"τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω"
παραφρασμένη απάντηση
σε ένα γνώριμο στίχο
θα'ρθω την ώρα που μεθάει το μυαλό
με ενα μπουκάλι για σκέψεις
συλλεκτικό το ποτό

κάτσε μονάχος στη γωνία που απέμεινε
κουρνιασμένο συναίσθημα
που ίδρωσε και ξέφτισε
τρίπλαρες, τον εαυτό σου τον ίδιο
καμιά ευκαιρία για όσους αναμένουν στον ήλιο

κοιτώ τα μάτια σου
μα δε σε βλέπω
γιατί ποτέ μου δεν σε είχα
και  ποτέ μου δεν θα σε χω
άγνωστος μέσα σε γνωστούς
ρομαντικοί δίχως ταυτότητα σε σκοτεινούς διαδρόμους

μια μέρα μονάχα και θα έφτανε
σα τσιγάρο σβησμένο να πιω
τα χνάρια που άφηνες σαν σάλευε
ο καπνός σε ένα δωμάτιο θολό

σιώπα.

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

μονόγραμμα μου (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 18ο)

Μέσα στο μονόγραμμα του Ελύτη μπλεχτήκαμε,
κορμιά ανέραστα και φοβισμένα
-Σ'αγαπώ μ'ακούς- της είπε
Ποιος αγαπάει και ποιος ακούει σε μας δεν ξέρω

Γυναίκες απ'αυτές που σε διαβάζουν
Μαύρος ο πάτος και η καρδιά μου στη μέση,
δεξιά εσύ και αριστερά τα δάκρυα
"θα ταλαιπωρηθείς" είπε

Υπερφυσικά υπάρχεις ανάμεσα στη ποίηση και στη μαντική
και οι τέσσερις τοίχοι μούλιασαν απ'τα κοινά λόγια
αξίζει αυτός ο θάνατος;
σαν το μπουμπούκι πριν το ξημέρωμα του

άσε με να ανθίσω μοναχή ή γίνε ο κηπουρός μου
μη με τσαλαπατήσεις, πονώ μονόγραμμα μου.

via kapa44




Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

||μέσα από μια οθόνη|| (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 17ο)

Φαιά ουσία, θρυμματισμένη στέκεσαι.
Λόγια εγκλωβισμένα σ'ένα στόμα,
αναστάτωσης
και εσύ κλειστά αυτιά και μάτια τυφλά.

Πύργος από τραπουλόχαρτα μοιάζουμε.
Ακουμπώ το τελευταίο φύλλο,
καταρρέει
και εσύ ανήμπορος και θέληση κρυφή.

Πάλεψα.
Αμύνθηκες.
Δυο ρηματικές μονάδες.
Εγώ.
Εσύ.
Κατ'αντιστοιχία.

Δύσκολα περνάει απόψε το φεγγάρι,
μου υποσχέθηκε να σου αφήσει ένα φιλί
της έγνοιας
και εσύ ανατριχίλα δεν θα νιώσεις.

Δύσκολα θα περάσει απόψε και η κίτρινη μάζα,
δεν σου ταιριάζει το φως
δίχως πάθος
και εσύ θα μείνεις να αγγίζεις τον εαυτό σου.

απόψε η παρουσία μου
είναι στον αέρα
ή δίπλα σου
ανάλογα με το πόσο
θα χρειαστεί να καταλάβεις.

-κυλά ο χρόνος
βρες με
τελειώνει η επιμονή-


via kapa44

υγρά (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 16ο)

Παραμιλούσα ξύπνια μου είπαν χθες το βράδυ.
Ανάμεσα σε δωρεάν υγρά φώναζα το όνομα σου.
Ήλπιζα οτι θα άκουγες από 'κει ψηλά.

Παραμιλούσα ξύπνια μου είπαν χθες το βράδυ.
Κοιτούσα στις γωνίες μήπως σε βρω.
Εσύ σε ξέφωτα ξένα είχες αράξει.

Παραμιλούσα ξύπνια μου είπαν χθες το βράδυ.
Το ξέρω.
Γιατί φυσούσε δυνατά και νόμιζα πως σε μύρισα κοντά μου.

Παραμιλούσα ξύπνια μου είπαν χθες το βράδυ.
Μα ξύπνησα.

Άτιμα υγρά.

via kapa44

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

κλάσματα δευτερολέπτου (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 15ο)

Κακό πράγμα να θυμάσαι τους ανθρώπους απ'τη μυρωδιά.
Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που μύριζε πάνω σου άλλα η μύτη μου θυμάται.
Αρκεί.

Καμιά φορά, στο δρόμο, με προσπερνάνε πρόσωπα κενά που φέρουν το άρωμα σου.
Άξαφνα αποκτούν ουσία.
Και μέσα στο περιθώριο του δευτερολέπτου, 
πιάνω τον εαυτό μου να τους λέει
"συγγνώμη μα μου θυμίζετε Εκείνον".


via lorelai

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

σονέτο LXXXVIII (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 14ο)

μπλεχτήκαμε στο κουτί
και χάσαμε το νήμα
ναυαγισμένοι σε λάθος κρεβάτια
πάλι για ευκαιρίες λέμε

μιλάς
μιλώ
εσύ για άλλες
εγώ για σένα

κλείνεις το φως
δεν κοιμάσαι μα δεν με σκέφτεσαι
η σκέψη θέλει ύπαρξη
τυχερές ψυχές αυτές που νοικιάζουν στα όνειρα σου

πόσο πουλάς;
αγοράζω χωρίς παζάρια
ο νερούδα στα 100 σονέτα είπε κάτι
"una por una caen al silencio las cosas"
που θα πει
"πέφτουν στη σιωπή τα πράγματα ένα ένα"

και αν πέσουν στη σιωπή λένε πως ξεχνιούνται
πρόσθεση αδέξια
αν σε ξεχάσω, ξεχνώ τον εαυτό μου

μην υψώσεις τοίχο απόψε
μια αποκρυπτογράφηση είμαστε οι δυο μας.


via crazycowthoughts