Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

φορτίο

οι άνθρωποι που δε φοβούνται
το θάνατο,
κουβαλάνε 
στο πετσί τους, 
την ανατριχίλα του
"θα πέθαινα για σένα"

εσύ τι κουβαλάς στο δικό σου το πετσί;

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

χρόνια πολλά (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 39ο)

| βάζουμε φωτιά στα μέσα μας για πλάκα | | για να αποσπάσουμε τις καρδιές μας απ'το να μας λείπουν για πάντα | | αλλά για πάντα μου λείπει  αυτός | 

---------------------------------------------------------------------------------
αν με ρωτήσεις τι κάνω θα σου απαντήσω, πως προσπαθώ να σε συγχωρήσω που δεν μου είπες χρόνια πολλά
μεγάλο ζήτημα το έκανα
στάσου, μπορώ να το διορθώσω
να δες "χρόνια μου πολλά"
σαν να μου το σχημάτισες εσύ

αν με ρωτήσεις ξανά τι κάνω, θα σου απαντήσω πως προσπαθώ να σε ξεχάσω

αλλά αυτό δεν διορθώνεται ακόμα

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

χωροχρόνος [φόρος τιμής]

Πλέον δεν σε αναζητώ. Σε χαιρέτησα εκείνη την Παρασκευή. Θυμήσου γαμώτο. Προσπάθησα να την κάνω να διαρκέσει όσο περισσότερο γινόταν. Θυμήσου γαμώτο. Σταμάτησα το χρόνο. Ήθελα να μας παγώσω. Θυμήσου γαμώτο. Κάθε φορά που με συναντούσες δεν καταλάβαινες ο,τι κυλούσε η ώρα. Θυμήσου γαμώτο. Τρίωρα, τετράωρα μαζί. Μας απορροφούσαμε. Θυμήσου γαμώτο. Τα δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής ανάμεσα στα λόγια. Έμοιαζαν λες και οι δυο θέλαμε να εξομολογηθούμε.

Η τελευταία φορά μαζί σου ήξερα πως είναι η τελευταία. Ήξερα πως θα ανακαλούσα τις κινήσεις σου, το βλέμμα σου, τα λόγια σου με κάθε μου σκέψη. Δεν σκόπευα να σε αποχαιρετήσω με ένα απλό "τα λέμε" εκείνο το απόγευμα. Είχα υπολογίσει να σου πω με έναν κάπως πιο πεζό τρόπο, ο,τι αναπνέω εντονότερα κοντά σου. Και κάπνιζα κάπνιζα, όσο μιλούσες κάπνιζα και ταυτόχρονα δούλευα τα λόγια μου. Αλλά πάντα στέκονταν στο στόμα μου και δάγκωνα τα χείλη άτσαλα. Μονάχα τότε αισθάνθηκα ο,τι όντως κάτι θα μετάνιωνα ειλικρινά. Και ενώ ήξερα, το ήξερα πως δεν θα είχα ξανά παρόμοια ευκαιρία, εγώ δίσταζα και παραπλανούσα τον εαυτό μου πως θα υπάρξει κι άλλο χρόνος, κάποτε. Μα έφυγες και μένω πίσω να περιμένω μια κίνηση σου. Ηλεκτρονική. 

Πόσο χαζή, εγκλωβίστηκα στο χρόνο γιατί φοβήθηκα να του δώσω συναίσθημα. Γιατί φοβήθηκα να καταστρέψω με την απόρριψη σου την τελευταία μας φορά. Την ανάμνηση σου. Εγώ ήμουν η δειλή τελικά. Μπορεί να ήθελες μπορεί και όχι. Δεν θα το μάθω ποτέ. Εγώ όμως όφειλα να μιλήσω. Για μένα. Δεν το έκανα. Σε κάθε χτύπο του ρολογιού, μου ζητώ συγγνώμη.

-Απορώ πως τους αρέσει να κοιτάζουν το φεγγάρι και γι'αυτό να νιώθουν ρομαντικοί.
-Σε θέλω.

Ας ήταν έτσι. Έστω αδέξια. Θα το έκρινε ο χρόνος. Θα το γιάτρευε αν με πονούσε. Αλλά δεν έχει τη δύναμη να διορθώνει λάθη που δεν έγιναν. Και εγώ καίγομαι στο χάος του, γιατί δεν μπορώ να γνωρίζω αν η αντίδρασή σου θα ήταν πληγή ή ευτυχία.

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

ασανσέρ (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 6ο)


Η Φλορ είχε επιστήσει την προσοχή στους φίλους τους, να μην έρθουν στο νοσοκομείο, έως ότου σταθεροποιηθεί η κατάσταση, προκειμένου να αποφευχθεί η περαιτέρω απ'την ήδη υπάρχουσα συναισθηματική φόρτιση. Σεβόταν τους γονείς της φίλης της και ως το μοναδικό άτομο μαζί με τον Νικ που γνώριζε την λεπτότητα της υπόθεσης, αποφάσισαν να προσποιηθούν ένα δήθεν αυτοκινητιστικό ατύχημα στους υπολοίπους, παρά την αυτοκτονία. Έτρεμε όμως στη στιγμή, που θα άκουγε απ'το στόμα των γονιών της Εστέλλας "γιατί να το κάνει αυτό το παιδί μου Φλορ, γιατί;". Και αυτό ακριβώς συνέβη, όταν άνοιξαν οι συρόμενες πόρτες του ασανσέρ στον τρίτο όροφο. 
-Εστέεεελααααα, η μητέρα της σπάραζε απ'το βάθος της ψυχής της, τα μάτια της γυάλιζαν απ'το ασταμάτητο κλάμα και ο μόνος λόγος που κρατιόταν στα πόδια της, ήταν ο άντρας της ο Ζαν την βαστούσε απ'τα μπράτσα. Η Φλορ δεν ανταποκρινόταν.
-Φλορ κοπέλα μου, πες μου τι είπαν οι γιατροί; που είναι το μωρό μου; ένας γιατρόοοος, η Σοφύ συνέχισε να ρωτάει με το ίδιο ρυθμό όσα παραπάνω μπορούσε, για να μην αφεθεί στη σκέψη του ενδεχόμενου χαμού του παιδιού της. 
Ο Νικ μαζί με τον Ζαν την ανάγκασαν να καθίσει.
-Κυρία Σοφύ, ο γιατρός είπε πως το πρώτο 48άωρο είναι κρίσιμο, σίγουρα όμως ο κίνδυνος έχει διαφύγει, μεταφέροντας της η Φλορ ο,τι ειπώθηκε νωρίτερα απ'τον γιατρό σε έναν πιο καθησυχαστικό τόνο.
Η Σοφύ παρόλα αυτά δεν σταμάτησε να τρέμει απ'την ένταση, ενώ ανά διαστήματα λιποθυμούσε. Ο Νικ ανέλαβε να καλέσει βοήθεια. Μετά από μερικά λεπτά μια νοσοκόμα εμφανίστηκε και χωρίς δεύτερη κουβέντα, πήρε τη Σοφύ σε ένα δωμάτιο παρά τις αντιρρήσεις της ίδιας. Της χορήγησε μια ηρεμιστική ένεση και την άφησε να κοιμηθεί.
Ο πατέρας της Εστέλλας, αφού η γυναίκα του έστω και τεχνητά ηρέμησε κατευθύνθηκε προς το γκισέ για να κανονίσει τα διαδικαστικά. Ύστερα επέστρεψε στο χώρο αναμονής δίπλα στη Φλορ και τον Νικ.
Με ψυχραιμία στη φωνή και τα χέρια του αγκαλιασμένα μεταξύ τους, στράφηκε στους φίλους της κόρης του.
-Γιατί έκανε απόπειρα;
Ο Νικ κοίταξε την Φλορ σαν να προσπαθούσε να συνεννοηθεί μαζί της για το ποια θα ήταν η γραμμή πλεύσης τους. Το επιβεβαιωτικό βλέμμα της αρραβωνιαστικιάς του δεν άφηνε περιθώρια. Η μόνη ορθή επιλογή πλέον ήταν η αλήθεια.
-Δεν είμαστε σίγουροι ούτε εμείς, υποθέτουμε απλώς ο,τι...
Πριν προλάβει ο Νικ να ολοκληρώσει την φράση του ο Ζαν τον διέκοψε.
-Που είναι ο Πιτ; Μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση δεν το παρατήρησα.
Η Φλορ και ο Νικ πάγωσαν μπροστά στην ερώτηση του Ζαν, ο οποίος δεν καθυστέρησε να διαβάσει τις σκέψεις του ζευγαριού. Από μικρές, όταν η Εστέλλα με την Φλορ μεγάλωναν μαζί ήταν ο πρώτος που αντιλαμβανόταν τα μυστικά και τα όσα κρύβανε απ'τους υπολοίπους. Βρισκόταν κοντά τους, ήξερε τον τρόπο που σκέφτονταν και μόλις τις ανακάλυπτε, αυτές του άνοιγαν την καρδιά τους και τον εμπιστεύονταν  Επί χρόνια η ίδια διαδικασία. Έτσι και τώρα σε μια αίθουσα αναμονής.
-Ο Πιτ δεν είναι εδώ, ε Φλορ; Χωρίσανε; Εξαιτίας αυτού το κοριτσάκι μου θέλησε να... , ο Ζαν κόμπιασε στο να ξεστομίσει το ανάλογο ρήμα. Τα μάτια του βούρκωσαν και για πρώτη φορά έμοιαζε να λυγίζει απ'τα γεγονότα.
-Όση ώρα οδηγούσαμε για να φτάσουμε, αναρωτιόμασταν το "γιατί". Ποιο λόγο είχε η Εστέλλα. Η σχέση της μαζί μας ήταν καλύτερη από ποτέ, με τη δουλειά της τα πράγματα στρωμένα, αλλά ακόμα και εκεί να υπήρχαν αναταραχές δεν... δεν... δεν αυτοκτονείς. Ο Ζαν έκανε μια παύση. 
-Μόνο τον έρωτα δεν μπορείς να ελέγξεις στο πως θα σου γυρίσει το μυαλό. Νομίζαμε βέβαια ο,τι με τον Πιτ η σχέση συνέχιζε να είναι αυτή που όλοι γνωρίζαμε. Γιατί δεν μας μίλησε Φλορ; Ίσως να προλαβαίναμε τα χειρότερα. Ίσως να μην πλησίαζε στο θάνα...
-Κύριε Ζαν, σταματήστε. Σταματήστε όλοι σήμερα. Τα ίδια έλεγε και η Φλορ πριν. Η Εστέλλα θα βγει απ'αυτή την πόρτα ζωντανή και σε λίγο καιρό θα το θυμόμαστε και θα γελάμε. Ακούτε; Θα γε-λά-με. 
Η Φλορ δεν άντεξε άλλο στη πίεση και τη ροή των συναισθημάτων και έμπηξε τα κλάματα  Ο Ζαν την αγκάλιασε και την ακολούθησε στην συγχορδία των ματιών. Ρουφούσαν ο ένας τον πόνο του άλλου, σαν ομοιοπαθητική μόνο που απ'την θεραπεία τους ξαναζωντάνεψε ο Νικ.
-Πρέπει να συνέλθουμε δεν έλεγες Φλορ; Πρέπει. Και αυτό θα κάνουμε.
Η Φλορ ακουμπισμένη στον ώμο του Ζαν κοίταξε επίμονα τον Νικ. Το πρόσωπο του αντικατέστησε το πρότερο σοκ και τη παγωμάρα, με τη συμπαράσταση και το στήριγμα που αναζητούσε η Φλορ. Πήρε δυο ανάσες και ανασυγκέντρωσε τις σκέψεις του εγκεφάλου της. Έπειτα στράφηκε στον πατέρα της Εστέλλας.
-Κύριε Ζαν... και ξεκίνησε να διηγείται την ανατρεπτική ζωή του τελευταίου καιρού της Εστέλλας με τον Πιτ, μέχρι τη στιγμή που την βρήκαν ανάσκελα στο μπάνιο. Τη σιωπή που ακολούθησε την αφήγηση της, την διέβαλε ο ήχος του ασανσέρ στον τρίτο. Ή μάλλον η όψη του Πιτ να ξεπροβάλλει μέσα απ΄αυτό.