Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

cosmic love (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 35ο)



(Σκηνή 1η: το πριν)

δυο τιν τιν στη σειρά
κατέληξαν μια αγκαλιά
-"χτυπάει η καρδιά σου;"
γυμνές πατούσες 
που μεταφέρουν σκόνη, πάνω κάτω

κοινά ποτήρια
κοινά βλέμματα
κοινά τσιγάρα
κοινά φιλιά

πυροτεχνήματα τα μάτια του
-"την άκουσες την έκρηξη;"
-"η κοιλιά σου δεν έκανε έτσι;"
-"όχι η ψυχή μου"

(Σκηνή 2η: το μετά)

δυο τιν τιν στη σειρά
κατέληξαν σε μια αγκαλιά
-"σφίξε με μέσα σου"
δεν θυμίζει παρελθόν
τυφλώθηκε το μέλλον τους, αβέβαιο και μη

ξένα ποτήρια
ξένα βλέμματα
ξένα τσιγάρα
ξένα φιλιά

κρύα χέρια
-"χτυπάει η καρδιά σου και απορυθμίζει τη δικιά μου"
-"τι θες να κάνω επιτέλους;"
-"κάν'την να σταματήσει"

(Τέλος)

(director's cut)
έτσι σταμάτησε να τον νιώθει
αυτή έπιασε τη μια γωνιά στον καναπέ
αυτός έπιασε την άλλη γωνιά στον καναπέ
άγνωστο αν θα συναντηθούν ποτέ στη μέση του
   

ικανά σωματίδια να χάσουν το δρόμο
   αυτό είναι κοσμική αγάπη


διπλό καλοκαίρι (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 34ο)


ένα βράδυ σύμπτωση ονομάστηκε,
απ'αυτές τις μυστικές ενώσεις,
τις γαλαξιακές.
δυο λόγια "είναι εδώ"
από στόμα άγνωστο,
που έγινε γνωστό
για να σε αναπληρώσει.
έτσι αναπνέω πλέον.

ένα πρωινό πάνω σε μια πετσέτα
σε ψάχνω αριστερά και δεξιά.
ακίνητη όμως
παραπλανώ τον εαυτό μου
και δίπλα μου σε βρίσκω τελικά.
μα δεν είσαι εσύ
ομοίωμα που σου μοιάζει
ίδιο, ανατριχιαστικά.

τόσο ανάγκη είχα να σε βρω
που σε κράτησα χωρίς τις διαφορές,
σε αγκαλιές ανθρώπων που σε θύμιζαν
παντού ένα πρόσωπο
ένα ισούται δικό σου.

κάπου εκεί κάηκα
στη σκέψη σου.
τελείωσε το τσιγάρο
ξύπνησες εσύ.
για τα καλά.
πάλι.

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

ετών 6 (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 33ο)

-Μαμά τι είναι η αγάπη;
-Ένα συναίσθημα παιδί μου.
-Τι συναίσθημα μαμά;
-Όμορφο συναίσθημα. Απ'αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος.
-Και το φαϊ δεν έχεις πει πως έχει ανάγκη ο άνθρωπος;
-Ναι.
-Άρα η αγάπη είναι σαν το φαϊ;
-Όχι ακριβώς.
-Και εσύ γιατί λες στο μπαμπά "θέλω να σε φάω";
-Γιατί τον αγαπαώ πολύ.
-Όσο το φαϊ;
-Περισσότερο.
-Μαμά μπερδεύτηκα.
-Και εγώ παιδί μου. Αυτό είναι αγάπη. Το μπέρδεμα.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

θεατρική παράσταση (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 2ο)

-Θα πούμε ποτέ την αλήθεια μεταξύ μας Πιτ; Γιατί θέλεις να εξαφανιστείς; Σταμάτα να μαζεύεις τα πράγματα σου όταν μιλάω. ΣΤΑΜΆΤΑ Πιτ. Μη με κοιτάς έτσι. Ναι, ύψωσα τον τόνο της φωνής μου. Τι είναι; Πίστευες ο,τι ποτέ δεν θα σου φωνάξω; Πες κάτι. Μα τι κάνεις; Όχι την οδοντόβουρτσα σου Πιτ. Έτσι αρχίσαμε. Υπάρχει άλλη ε; Ποια είναι; Πες μου Πιτ. Μα γιατί δεν μου μιλάς; Σ'αυτή πας; Τι σου προσφέρει καλύτερο; Πιτ σ'αγαπάω. Πιτ μη φεύγεις. Όχι Πιτ, Πιτ, Πιτ, Πιτ, μη.

Αν ήταν θεατρική σκηνή θα ήταν κάπως έτσι. 

(Ο Πιτ έχει τοποθετήσει το σακβουαγιάζ του πάνω στο κρεβάτι τους) (Η Εστέλλα τον παρακολουθεί σιωπηλά. Αποφασίζει να επέμβει. Σηκώνεται απ'την άκρη του κρεβατιού και τον πλησιάζει) (Ο Πιτ είναι προσηλωμένος στο σακβουαγιάζ του)
Θα πούμε ποτέ την αλήθεια μεταξύ μας Πιτ; Γιατί θέλεις να εξαφανιστείς; (Η Εστέλλα του πιάνει το χέρι απ'το μπράτσο) (Ο Πιτ της το απομακρύνει με νεύρα. Δεν την κοιτάζει στα μάτια) Σταμάτα να μαζεύεις τα πράγματα σου όταν μιλάω. ΣΤΑΜΆΤΑ Πιτ. (φωνάζει η Εστέλλα με ένταση) Μη με κοιτάς έτσι. (ο Πιτ στρέφει για πρώτη φορά το βλέμμα του πάνω της, γεμάτο απορία και λύπηση.) Ναι, ύψωσα τον τόνο της φωνής μου. (με αποφασιστικότητα, έχοντας αρχίσει όμως να βουρκώνει) Τι είναι; Πίστευες ο,τι ποτέ δεν θα σου φωνάξω; Πες κάτι. (μιλάει δίπλα στο αυτί του, προσπαθεί να τον χαϊδέψει και να τον αγκαλιάσει, μ'αυτός την απομακρύνει) Μα τι κάνεις; (στρέφει το βλέμμα της στο σάκο και βλέπει την οδοντόβουρτσα) Όχι την οδοντόβουρτσα σου Πιτ. Έτσι αρχίσαμε. (την βγάζει απ'το σάκο και την κρατάει στα χέρια της σφιχτά) Υπάρχει άλλη ε; (η Εστέλλα δακρύζει) Ποια είναι; Πες μου Πιτ. Μα γιατί δεν μου μιλάς; (έχει γονατίσει και κλαίει με λυγμούς στην άκρη του κρεβατιού) (Ο Πιτ της παίρνει την οδοντόβουρτσα απ'τα χέρια. Τη ρίχνει μέσα στο σακβουαγιάζ και το κλείνει. Το βάζει στον ώμο του και κατευθύνεται προς την έξοδο.) (Η Εστέλλα σηκώνεται άτσαλα και τρέχει από πίσω του) Σ'αυτή πας; (με απόγνωση ρωτάει η Εστέλλα) Τι σου προσφέρει καλύτερο; Πιτ σ'αγαπάω. (Ο Πιτ είναι έτοιμος να ανοίξει την πόρτα. Το "σ'αγαπάω" της Εστέλλας τον κάνει να σταματήσει. Γυρίζει ενώ αυτή έχει γονατίσει πίσω απ'την εξώπορτα. Την κοιτάζει με στοργή. Αμέσως γυρίζει. Ανοίγει την πόρτα και την κλείνει απαλά πίσω του) Πιτ μη φεύγεις. (Η Εστέλλα μένει στο πάτωμα και ψιθυρίζει τα τελευταία της λόγια ξεψυχισμένα) Όχι Πιτ, Πιτ, Πιτ, Πιτ, μη.
(Η σκηνή κλείνει με την Εστέλλα στο πάτωμα)

Εκεί έμεινε όλο το βράδυ. Κοιτώντας την εξώπορτα. Σταμάτησε να κλαίει. Μα είχε το βλέμμα της τρέλας. Μακάρι να ήταν απλά μια θεατρική παράσταση.

2 σειρές (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 32ο)

-Πες μου την ιστορία σου μέσα σε 2 σειρές. Μη διστάζεις. Θα σε πιστέψω.

-Έπαψα να νιώθω. Πόνο, αγάπη, φόβο, έρωτα, λύπη, αγωνία, χαρά, έκπληξη, συγκίνηση, αβεβαιότητα. Δεν έχω συναισθήματα. Γέμισα 2 σειρές με κενό. Και πάλι τίποτα. Ούτε ικανοποίηση.


Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

μια κούπα (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 1ο)

Γύρισε μεσάνυχτα, μα στο άδειο σπίτι μόνο η κούπα της έστεκε πάνω στο μπρούτζινο τραπεζάκι. Εκεί την είχε τοποθετήσει το πρωί, όταν φιλοξένησε μέσα της τον καφέ της. Και τις πρωϊνές ελπίδες της. Θυμήθηκε που είχε διαβάσει σε ένα σκονισμένο λεύκωμα των παιδικών της χρόνων, πως η αγαπημένη φράση της Σύνθιας που καθόταν μπροστά της με τις ξανθιές κοτσίδες, ήταν "εμείς την σκοτώνουμε την ελπίδα, στο χέρι μας χαροπαλεύει". Της την είχε πει η γιαγιά της, σύμφωνα με τη Σύνθια, εκείνα τα βράδια που σκούπιζε τα δάκρυα της εγγονής της για αθώες ιστορίες. Καναπές και η γιαγιά της Σύνθιας.
Σαν σύννεφα σκέψης πέρασαν μπροστά απ'τα μάτια της Εστέλλας, το παρελθόν 24 χρόνων, όπως το παγωμένο νερό έπεφτε με μανία στο πρόσωπό της. Για να συνέλθει. Ακούμπησε το δέρμα της και τις αναμνήσεις της στη πετσέτα. Την γαλάζια με τις χρυσαφί λεπτομέρειες στις γωνίες, που της είχε χαρίσει. Για να "εξοπλίσουνε" τη φωλιά τους.
Νωχελικά βήματα σε ένα γκρί διάδρομο. Του είχε αλλάξει χρώμα. Είχαν στεγάσει ένταση αυτοί οι τοίχοι. Πάθος του ξημερώματος και ωμότητα γεμάτη συναίσθημα.Στο δωμάτιο τους, έβγαλε τα ρούχα της, όμοια όπως της τα έβγαζε εκείνος με μια μαγική κίνηση. Ανασήκωσε τη μύτη της λες και γέμισε ο χώρος με το άρωμα του. Έκλεισε τα μάτια της, στριφογυρίζοντας ερωτικά γύρω απ'τον εαυτό της. Κάπου στο αλάφιασμα της στιγμής όμως πνίγηκε και αντί για λόγια ακούστηκε ο βρόγχος της ψυχής της. Σαν να την έπνιξε η ατμόσφαιρα. Η ατμόσφαιρα της φανταστικής παρουσίας του. Ή της υπαρκτής απουσίας του.
Αποφάσισε να πρωτοτυπήσει. Εξάλλου τον τελευταίο καιρό την είχε αποκαλέσει και ρουτινιασμένη. Χρόνια είχε να κυκλοφορήσει γυμνή στο σπίτι. Επικίνδυνα ελεύθερη για τα μέτρα της. Κάθε βήμα της έμοιαζε σαν τον άρρωστο που επιστρέφει απ'το χρόνιο κώμα. Αδέξιο. Σέρβιρε τον εαυτό της ουίσκι. Τον αναπόλησε. Όχι ο,τι τον αφαίρεσε ποτέ απ'τη φαιά ουσία της. Αγκαλιασμένοι μπλέκανε τα πόδια τους στον κόκκινο καναπέ και συμφωνούσαν για το πόσο σεξουαλικό έκανε το ουίσκι μια γυναίκα. Τι ανόητος, είχε ξεχάσει πως εκείνη δεν ενδιαφερόταν για τη βιτρίνα. Το ήθελε σαν γεύση. Γι'αυτό γέμισε την πρωϊνή της κούπα μέχρι την κορυφή. "Δυνατό τσάϊ" αναφώνησε και το κατέβασε εφηβικά στον στεγνό λαιμό της.
Κουρνιάζει στους γνώριμους καναπέδες, απ'αυτούς που αντέχουν την θλίψη της. Ανάλαφρα και οξύμωρα αρπάζει το ασύρματο τηλέφωνο απ'το τραπεζάκι. Πληκτρολογεί έναν τυχαίο αριθμό στην οθόνη, με απόλυτη αβεβαιότητα. Πατάει το πράσινο κουμπί. Μια αντρική φωνή ακούστηκε απ'την γραμμή, να σχηματίζει νυσταγμένα ένα τυπικό "ορίστε".
  
-Συγχαρητήρια είστε ο αποψινός τυχερός που θα μάθει την ιστορία μου με τον Πιτ.
Με ένα χάζεψε ο κόσμος, ο άγνωστος έκλεισε το ακουστικό.
Η Εστέλλα όμως δεν σταμάτησε. "Τον Πιτ τον γνώρισα ένα απόγευμα στο..." και μετά από 24 λεπτά τελείωσε. Τόσο έδειξε το κοντέρ. Και τότε έπεσε η κούπα απ'τη σφιχτή παλάμη. Άδεια πια. Όπως και η ίδια. Η ελπίδα πέθανε. Απ'τα χέρια της. Για ακόμα ένα βράδυ χάθηκε στην δικιά της λυτρωτική, ανώνυμη εξομολόγηση. Το πρωϊ θα ζωντανέψει στην επόμενη κούπα. Πάλι απ'την αρχή. Μέχρι να της τελειώσουν οι κούπες απ'το ντουλάπι και να πρέπει να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Σοφή γιαγιά της Σύνθιας.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

ανάσα (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 31ο)

κοίτα με σε ψάχνω σε στενά.
μαγικά εξαφανίζεσαι.
θέλω μια μέρα σαν θα αναπνέω
να βρεθείς μπροστά απ'τα χείλη μου,
ή
μέσα τους.

24/24 ένα μυαλό δουλεύει για σένα.
πονάει για να σε αποστηθίσει,
κουράζεται να σε αποκτήσει.
δίνεσαι αλλού,
μοιράζεις το κορμί σου σε κομμάτια
δώστο όπου θες, αδιάφορο.

χάρισε μου το εγώ σου. το άϋλο. αυτό θέλω.

πλησίασε με.
ψιθύρισε μου,
με μια ανάσα,
τις πιο παρεξηγημένες λέξεις στην ιστορία του κόσμου.
αυτές τις λέξεις, που είναι δύο,
όπως
εσύ και εγώ.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

μπαλκόνια (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 30ο)

υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί τους αρέσει ο ουρανός. σε κάθε απόχρωση. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί γυρεύουν το θάνατο. τον ακαριαίο. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί ψάχνουν τους εαυτούς στους σε φιγούρες περαστικών. της γης και του ουρανού. 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί φοβούνται να γυρίσουν σε ο,τι βρίσκεται στην μπαλκονόπορτα. ανεπιβεβαίωτα "σε θέλω". 
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί θέλουν να ρίξουν τις στάχτες του τσιγάρου τους. ενίοτε της ψυχής.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια γιατί περιμένουν. αυτό το χάδι.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια. με κλειστά μάτια.
υπάρχουν οι άνθρωποι που κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια. 
υπάρχουν και οι άνθρωποι που δεν κοιτάζουν απ'τα μπαλκόνια.

τουλάχιστον στους πρώτους μένει η ελπίδα πως ίσως κάποτε πετάξουν. μακριά κοντά. ποιος ξέρει. ποιος νοιάζεται. ένα φτερούγισμα στη τελική. ας είναι βήματα χιλιοστών. και ας γκρεμοτσακιστούν.


source

-ώ ανθισμένη ματαιότητα του κόσμου σημειώθηκε απ'τον Λειβαδίτη κάποτε-
    

  

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

ρουφηξιά (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 29ο)

μέτρα τις ρουφηξιές απ'τα τσιγάρα μου
να δεις πόσο σε σκέφτομαι
μα τι λέω δεν είσαι εδώ

ας ανάψω ακόμα ένα

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

νέος άνθρωπος

ανάσκελα στη θάλασσα,
γίνεσαι ο αφρός της.
τα αυτιά σου χάνονται
στο γουργούρισμα της.
σαν τον απόκοσμο ήχο των αναψυκτικών.


το σώμα σου παραδίνεται
κούτσουρο.
πέντε αισθήσεις δεμένες.
ξυπνάς γιατί βουίζει
ο ήχος της ανάσας σου σε σένα.


αναγεννιέσαι.
αναδύεσαι σαν αφροδίτη,
χωρίς φύλο.
στεριά.
ανάβεις το τσιγάρο
ολοκληρώθηκε η βάπτιση.


νέος άνθρωπος
-δες τον έρωτα (μας), βυθίζεται και αυτός-