Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

kilómetros de distancia (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 38o)

Είμαστε εγωκεντρικά όντα.
Λένε πως δεν αγαπάμε ουσιαστικά τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά τα συναισθήματα που μας προκάλεσαν κάποιες στιγμές μοιρασμένες μαζί τους.
Έτσι και εγώ διάλεξα και κράτησα.
Εκείνο το πετάρισμα στην κοιλιά μου την ώρα του τελευταίου άβολου εναγκαλισμού και του σταυρωτού φιλήματος μας. 
Μετά από το καλοκαίρι.
Ένα απόγευμα Παρασκευής.

-έστω και ψευδαισθητικά αγαπιέσαι
από χιλιόμετρα μακριά-




Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

δεν ξέρω (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 37ο)

δεν ξέρω πως να στο πω
δεν ξέρω πότε να στο πω
δεν ξέρω αν πρέπει να στο πω

βασικά ήλπιζα αν μπορούσες να το καταλάβεις μόνος σου, και μετά το συζητάμε.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

48 ώρες (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 5ο)

Το ασθενοφόρο δεν άργησε να φτάσει. Οι μεταφορείς σήκωσαν το κορμί της Εστέλλας. Έμοιζε τόσο εύθραυστη και αβοήθητη. Δεν θύμιζε τίποτα απ'την εικόνα του παρελθόντος. Η Φλορ βίωσε το βάρος της υπόθεσης στους ώμους της. Τη στιγμή που έβγαζαν την Εστέλλα με το φορίο απ'την εξώπορτα, η Φλορ κατέρρευσε στην αγκαλιά του Νικ. Ξέσπασε σε κλάματα. Ούρλιαζε σαν αγρίμι και σιγά σιγά ακούμπησε στα γόνατα της. Τοποθέτησε το σώμα της σε μουσουλμανική στάση προσευχής και έβγαζε ακατάλυπτους θρηνητικούς αμανέδες απ'το στόμα της. Ο Νικ είχε πέσει από πάνω της και σαν κουκούλι την κάλυπτε με τα χέρια του, προσπαθώντας να συγκρατήσει την επερχόμενη τρέλα της.
Τόσο άξαφνα, με μια ατσούμπαλη κίνηση η Φλορ σηκώθηκε και στράφηκε στο Νικ με ένα βαθύ βλέμμα.
-Πρέπει να πάμε πίσω απ'το ασθενοφόρειο Νικ. Πρέπει να είμαστε εμείς οι δυνατοί της ιστορίας. Πρέπει να αντέξουμε. Πρέπει Νικ. Ο Νικ κουνούσε το κεφάλι του συγκαταβατικά στα λόγια της αρραβωνιαστικιάς του.
-Νικ, πρέπει να τηλεφωνήσεις στο Πιτ, πρόσθεσε η Φλορ και έπιασε το χέρι του, τραβώντας τον προς την έξοδο.
Φτάσανε στο νοσοκομείο ακολουθώντας από πίσω το ασθενοφόρο. Το φορείο με την Εστέλλα κατευθυνόταν αλαφιασμένα στα επείγοντα. Ένας απ'τους μεταφορείς φώναξε "απόπειρα με χάπια" και οι νοσοκόμες μπήκαν αμέσως στο κλίμα της περίπτωσης. Η πόρτα έκλεισε και η Φλορ με τον Νίκ έμειναν να κοιτάζουν απ'το γεμάτο δαχτυλιές παραθυράκι της. Πόσα ζευγάρια παλάμες άγγιξαν τις τσιρίδες τους άραγε πάνω του.
-Νικ ας μοιράσουμε τα τηλέφωνα, είπε με μια αλλοπρόσαλλη ψυχραιμία η Φλορ.Πάνω κάτω, πάνω κάτω, επί ένα τέταρτο και οι δυο στο διάδρομο της μονάδας. Ειδοποίησαν τους γονείς και τους στενούς τους φίλους. "Δεν μας έχουν ενημερώσει για την κατάσταση αλλά η Εστέλλα είναι μαχητής..." έλεγαν σε όλους. Εκτός απ'τους γονείς της. Εκεί στάθηκαν τα λόγια σαν ψαροκόκαλα στο λαιμό. Η Φλορ τους ανέλαβε και ένιωσε τον σπαραγμό της μητέρας της Εστέλλας στην άκρη του τηλεφώνου.
-Πως αντέδρασαν;

-Όπως κάθε γονιός Νικ που αισθάνεται πως το παιδί του πεθαίνει. Τι ρωτάς;

Ο Νικ ενοχλήθηκε απ'την επιθετικότητα στην απάντηση της Φλορ.
-Συγγνώμη Νικ. Είμαι...Καταλαβαίνεις... Τα μάτια γέμισαν ξανά δάκρυα.
Ο Νικ την αγκάλιασε στοργικά αφήνοντας το κεφάλι της να κλειδώσει κάτω απ'το πιγούνι του χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.-Ο Πιτ τι είπε; Έρχεται;
-Δεν απάντησε.
-Τι; Μα πόσο ανόητος μπορεί να είναι; Εδώ δεν μιλάμε για παιδιάστικα πείσματα είναι ζήτημα ζωής.
-Του έστειλα μήνυμα να με πάρει τηλέφωνο μόλις δει τις κλήσεις μου.-Το κάθαρμα. Εξαφανίζεται. Την παρατάει χωρίς εξηγήσεις. Άπομακρύνεται και από μας και τώρα δεν σηκώνει και τα τηλέφωνα. Πότε θα καταλάβει ο μαλάκας ο φίλος σου, ο,τι δεν περιστρέφεται γύρω απ'αυτόν ο κόσμος. Καταλήξαμε να μας αποφεύγει γιατί νομίζει, ο,τι θα τον παρακαλέσουμε να γυρίσει στην Εστέλλα. Όταν θα την δει όμως νεκρή.
-Σταμάτα Φλορ.
-Ούτε να το ξεστομίσω δεν μπορώ.
Βούρκωσε η Φλόρ και σκούπισε τα υγρά των ματιών της στο μάλλινο μπλουζάκι της. Ταυτόχρονα ο γιατρός εξήλθε απ'το χειρουργείο.
-Της κάναμε πλύση στομάχου. Οι επόμενες 48 ώρες είναι κρίσιμες για να αποδειχθεί αν διέφυγε τον κίνδυνο. Εσείς την βρήκατε;
-Μάλιστα.
-Μερικές ώρες παραπάνω και δεν θα υπήρχε καμιά ελπίδα. Τι να πω, υπομονή.
Ο γιατρός έφυγε σαν να εκπλήρωσε τον τυπικό του ρόλο. Κομπάρσος ταινίας. Η Φλορ και ο Νικ έστρεψαν τις πλάτες τους προς αντίθετες κατευθύνσεις εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους. Τότε κουδούνησε το κινητό του Νικ.
-Έλα. (...) Είμαστε στο νοσοκομείο. (...) Η Εστέλλα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας (...) Στο...Συνέχισε ο Νικ να δίνει τις τεχνικές πληροφορίες στον Πιτ και μόλις κλεισε το κινητό, κοίταξε την Φλορ.

-Έρχεται.

-Άργησε Νικ. Άργησε.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

ιταλικά πλακάκια (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 4ο)

-Εστέλλα μ'ακούς; Εστέλλα, Εστέλλα, απάντησε μου μ'ακούς; Νικ γιατί δεν απαντάει, Νικ κάλεσε το ασθενοφόρο. ΤΩΡΑ Νικ. Μη κοιτάς χαζεμένα. Χάπια πήρε Νικ. Ο Πιτ φταίει για όλα. Ο φίλος σου. Νικ πάρε τηλέφωνο σου λέω. Σύνελθε.

Ο Νικ κοιτούσε συγκλονισμένος το αναίσθητο σώμα της Εστέλλας στο μπάνιο. Μια περιουσία είχε ξοδέψει η Εστέλλα για τα πλακάκια αυτά. "Ιταλικά πρώτης ποιότητας", πάντα αναφωνούσε, "τα καλύτερα στην αγορά". Και τώρα ξάπλωνε, η Ωραία Κοιμωμένη, πάνω τους.

Η Φλορ πέρασε μπροστά του σαν τον άνεμο και συνέφερε τον Νικ απ'το κοκάλωμα που του προκάλεσε η αυτοκτονική σκηνή. Ενώ η Φλορ ικέτευε στο ακουστικό να φτάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται το ασθενοφόρο, ο Νικ κρατούσε με αγωνία το κεφάλι της Εστέλλας και ψιθύριζε ρυθμικά, σχεδόν αυτιστικά τα ίδια λόγια "τόσο πολύ τον αγαπάς Εστέλλα;". Έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να την κρατήσει στη ζωή μέσα απ'την αναφορά του. Ο Πιτ το καρπούζι, ο Πιτ και το μαχαίρι. Δεν είχε το εισιτήριο πια για να την κάνει ευχισμένη, παρά μόνο αυτό που οδηγεί στο θάνατο και αυτό που σε γλιτώνει.
Η Φλορ και ο Νικ είχαν μια μέρα να ακούσουν νέα απ'την Εστέλλα. Είχαν συνηθίσει να εξαφανίζεται τον τελευταίο καιρό τα απογεύματα και τα βράδια, αλλά το μάτι τους δεν την αντιλήφθηκε καθόλου ούτε με το φως του ήλιου. Η Φλορ ανησύχησε. Άρχισε να την παίρνει τηλέφωνα, να της αφήνει μηνύματα στο τηλεφωνητή, να την ψάχνει στις σελίδες της στο ίντερνετ. Κανένα σημάδι ζωής όμως. Της χτύπησαν το κουδούνι κατά το μεσημεράκι. Τίποτα. Ευτυχώς η Φλορ είχε ένα ζευγάρι κλειδιά του διαμερίσματος για τις "έκτακτες ανάγκες", καταχωνιασμένο στη ντουλάπα με τα ρούχα. Ανοίξανε την εξώπορτα. Το σπίτι ασυμμάζευτο, με μια εσάνς κλεισούρας και μπαγιάτικου φαγητού. Προχώρησαν προς το εσωτερικό. Τότε την βρήκαν χυμένη στο πάτωμα. Στα ιταλικά πλακάκια.
Η Φλορ και ο Νικ είχαν μετακομίσει στο απέναντι διαμέρισμα πριν ένα χρόνο. Ο Νικ συμφοιτητής του Πιτ και η Φλορ παιδική φίλη της Εστέλλας. Μια φορά, από εκείνες τις αρχικές εξόδους, η Εστέλλα έφερε και την Φλορ και ο Πιτ τον Νικ. Πρώτα στέριωσε η Φλορ με τον Νικ και μετά από μήνες ολοκληρώθηκε το ειδύλλιο της Εστέλλας. Όταν πριν δυο χρόνια αποφάσισε να συγκατοικήσει με τον Πιτ, κανείς δεν τους στάθηκε εμπόδιο. Αντίθετα η Φλορ προερχόμενη από μια σφιχτή παραδοσιακή οικογένεια της πόλης, κουκούλωσε την συγκατοίκηση με έναν αρραβώνα. Τα ζευγάρια μετρούσαν τέσσερα χρόνια σχέσης, και δυο αντίθετες πορείες. Παρότι η Φλορ ήταν μόλις 24 και ο Νικ 29 χρόνων, όπως η Εστέλλα και ο Πιτ αντίστοιχα, έχοντας μόλις τελειώσει με τις σπουδές τους, αποφάσισαν να παντρευτούν. Τη μέρα που πήγαιναν με τα γλυκά να το ανακοινώσουν στους γείτονες και προσεχώς κουμπάρους τους, ο Πιτ είχε φύγει απ'το σπίτι και η Εστέλλα κυλιόταν στα πατώματα. Όπως και τώρα. Απλως σε αυτή τη περίπτωση δεν ήξερε κανένας αν θα ξυπνούσε.

αντίστροφη μέτρηση (μικρές ιστορίες αγάπης μέρος 36ο)

Αντίστροφη μέτρηση από αύριο. Κάθε Πέμπτη και από ένα μάθημα. Συμβολικά τοποθετημένο το πρόγραμμα. Με κίτρινα τσιγάρα ξεκίνησαν όλα, με κίτρινα τσιγάρα τελειώνουν κιόλας. Ψιτ νεαρέ μελαχρινέ δεν ξέρω τι να βάλω τίτλους τέλους ή συνεχίζεται... ;

τσόντα

Είναι και αυτή η ζωή, η οποία μοιάζει καμιά φορά με σενάριο, απ'τα κακογραμμένα. Κάτι συμπτώσεις, κάτι τρίγωνα σαν τσόντες. Απ'τις φθηνές των συνοικιακών μίνι μάρκετ με τον κλασικό 60άρη για ιδιοκτήτη. 

Αν η ζωή είναι τσόντα μπορεί τουλάχιστον να βγαίνει στην άκρη δεξιά το κουμπάκι που λέει "next"; Ή ξεπερνάει το μπάτζετ;

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

μηχανικά (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 3ο)

Τα απογεύματα συχνά η Εστέλλα στεκόταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη με το χρυσό περίγραμμα για ώρες. Άλλες φορές απασχολούσε τον εαυτό της με ιστορίες ερωτευμένων, άλλοτε απογοητευμένων και άλλοτε μιλούσε με τη σιωπή της, ενώ ταυτόχρονα μεταμορφωνόταν σε ένα όμορφο πλάσμα που δεν θύμιζε τίποτα απ'το οριακά φρενοβλαβές κορίτσι μετά την απουσία του Πιτ. 

Καθόταν σε εκείνη την ξύλινη καρέκλα που είχε φέρει ο Πιτ απ'το ταξίδι του στην Ινδία. Πάντα της φώναζε να μην ακουμπάει βαριά αντικείμενα πάνω της, γιατί ήταν εύθραστη και πολύ πιθανόν να έσπαγε. Αυτή αντιδρούσε, τσατιζόταν που της φερόταν διδακτικά, αν και κατά βάθος της άρεσε αυτή η περίεργη εξουσία που ασκούσε πάνω της. Συνέχεια έκλεινε τον καβγά τους με την ίδια φράση "μα ποιος νοήμων άνθρωπος κουβαλάει καρέκλα απ'την Ινδία;". Ένα βράδυ όμως από εκείνα που το πάθος δεν ελέγχεται και τυφλώνεσαι απ'την επιθυμία του κορμιού, ο Πιτ έριξε την Εστέλλα στην καρέκλα. Την πήγε στον παράδεισο. Και την Εστέλλα και την καρέκλα, που ράγισε και αμέσως έσπασε το ένα ποδάρι της. Ο Πιτ δεν γκρίνιαξε. Σήκωσε την Εστέλλα στην αγκαλιά του, την μετέφερε στο κρεβάτι τους για να τυλιχθούν με τα καθαρά σεντόνια και άφησε την καρέκλα εκεί. Σύμβολο του ανεξέλεγκτου πόθου τους.

Έβαφε με συγκεκριμένη τακτική το πρόσωπο της. Εκ φύσεως χλωμή τόνιζε τα ζυγωματικά της με αρκετό αλλά ποτέ υπερβολικό ρουζ. Κάλυπτε τις ανεπαίσθητες ατέλειες της, ζωντάνευε με λίγη μάσκαρα τα μάτια της και πρόσθετε ελαφριές σκιές. Τα μαλλιά της ανέγγιχτα χωρίς βιομηχανικά βοηθητικά. Κυματιστά. Μελαχρινά. "Το σπίτι μου", της έλεγε ο Πιτ. Ο ίδιος κύκλος περιποίησης συνέχεια και ήταν έτοιμη.

Πήρε για πολλοστή φορά το τοπικό λεωφορείο που έκανε στάση λίγα μέτρα μακριά απ'το παλιό σπίτι του Πιτ. Όχι αυτό που λογικά έμενε τώρα με την καινούργια του αγαπημένη, αλλά το παλιό. Το σπίτι που ανταλλάξανε το πρώτο τους φιλί, το πρώτο τους χάδι, το πρώτο τους σ'αγαπώ. Ακολουθούσε το ίδιο πρόγραμμα. Πήγαινε και πλάγιαζε το κορμί της ανά 20 λεπτά σε διαφορετικές εισόδους απ'τις πολυκατοικίες του δρόμου του. Ένα στενάκι ήταν, που πια την είχε μάθει, καλύτερα απ'τον εαυτό της. Κάπνιζε περίπου 5 τσιγάρα σε κάθε πλατύσκαλο. Ορισμένες μέρες το σπίτι του Πιτ είχε αναμμένο φως ή ανοιχτή μπαλκονόπορτα ή κατέφθανε ο διανομέας απ'το αγαπημένο του μαγαζί και έτσι η Εστέλλα ήξερε πως είναι πάνω. Ήλπιζε πως ίσως θα κατέβαινε για λίγο να πάρει τα τσιγάρα του και θα τον συναντούσε ή όταν δεν έβλεπε κανένα απ'τα παραπάνω σημάδια, πως θα τον πετύχαινε στην επιστροφή του. Μόνο να μην ήταν μαζί της, με την καινούργια. Στη περίπτωση αυτή θα στεκόταν κοκαλωμένη. Όχι πως ήξερε τι θα του έλεγε ούτως ή άλλως, αν θα έπεφτε δήθεν από απροσεξία πάνω του ή αν θα φώναζε το όνομα του σε φιλικό τέμπο σαν να βρέθηκε τυχαία στη γειτονιά του. Δεν χρειάστηκε να αποφασίσει, γιατί ο Πιτ δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ούτε για τσιγάρα κατέβηκε, ούτε γύρισε σπίτι του προερχόμενος απέξω. 

Η Εστέλλα άναβε και έσβηνε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μηχανικά. Πήρε το λεωφορείο της επιστροφής. Μηχανικά. Άνοιξε με το κλειδί την εξώπορτα του σπιτιού της. Μηχανικά. Πέρασε ένας μήνας που είχε αποκτήσει αυτό το απογευματινό συνήθειο. Ξεντύθηκε με γοργές κινήσεις, πήρε το λάπτοπ της και πήγε στη ξύλινη καρέκλα. Έβαλε το μηχάνημα με τα ηχογραφημένα μηνύματα να παίζει. Ακούστηκε η φωνή του Πιτ σε προτάσεις γεμάτες ερωτικά υπονοούμενα και υποσχέσεις. Τη μουσική τους, το κρασί τους, τη σελίδα του στο φέισμπουκ. Αυτή καθισμένη ανάλαφρα στη μισοσπασμένη καρέκλα. Κρατούσε και την κούπα της. Με το ουίσκι. Έτσι πέρασε και αυτή η νύχτα της. Παρέα με τα σύμβολα του(ς). Μηχανικά.