Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

προπαρασκευαστικά (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 7ο)

Μόλις ο πατέρας της Εστέλλας αντίκρισε τον Πιτ έτρεξε καταπάνω του σαν μανιασμένο ζώο. Ξέφυγε τόσο γρήγορα απ'την προσοχή του Νικ και σε δευτερόλεπτα είχε αρπάξει τον Πιτ απ'τα ρούχα. Τον χαστούκιζε, τον χτυπούσε άτσαλα όπου έβρισκε και ο Πιτ ακίνητος. Σαν να χρειαζόταν κάποιον να τον μαλώσει, σαν ένα παιδί που γύρισε γεμάτο χώματα σπίτι. Ο Ζαν φώναζε μανιασμένα "τι σου έκανε το παιδί μου κάθαρμα; τι;;;" και έμπλεκε τα δάκρυα με όσα νεύρα είχαν φουντώσει μέσα του. 

Ο κόσμος απ'τον όροφο άρχισε να μαζεύεται τριγύρω και οι νοσοκόμες ήταν έτοιμες να ειδοποιήσουν τους υπεύθυνους αλλά ο Νικ τους έκανε νόημα πως το ελέγχει. Μπήκε ανάμεσα στους δυο άντρες και έσπρωξε τον Ζαν μακριά.
-Σταματήστε κύριε Ζαν. Σας παρακαλώ δεν του αξίζει.
-Αν το κοριτσάκι μου δεν αντέξει, θα τον σκοτώσω. Ακούς ρεμάλι; είπε και γύρισε ξανά στο μέρος του Πιτ. Θα σε σκοτώσω.
Ο Πιτ δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στη Φλορ. Τον κοιτούσε κατάματα μέσα από όλο αυτό το χαμό που είχε δημιουργηθεί, καθισμένη στην άκρη του καναπέ αναμονής. Τον κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να βρει μέσα στα μάτια του μια εξήγηση. Μια εξήγηση του "γιατί να καταλήξουν έτσι". Και αυτός της ανταπέδιδε το βλέμμα. Δεν είχε απάντηση να της δώσει. Όχι ακόμα. 

Δειλά δειλά, πλησίασε τη Φλορ. Ο Νικ είχε πάρει το Ζαν πιο μακριά. Ανα διαστήματα τον έπιαναν οι εκρήξεις.
-Να φύγει αυτός. Κοιτάξτε τον όλοι, σκοτώνει το κοριτσάκι μου. Αυτός.
Η Φλορ έκανε νόημα στον Νικ. Ήξερε πως δεν θα ευδοκιμούσε αυτή η συζήτηση αν ήταν και οι δυο στον ίδιο χώρο. Πριν ο Πιτ φτάσει στο καναπέ της, σηκώθηκε απότομα, τον άρπαξε απ'το μπράτσο και του είπε σταθερά
-Έλα κάτω μαζί μου.
-Θέλω να την δω.
-Πιτ, κοίτα με. Έλα τώρα κάτω μαζί μου, είπε κοφτά τονίζοντας κάθε λέξη χωρίς να μη θέλει να του αφήσει κανένα περιθώριο αντίδρασης.
Προχώρησε μπροστά και κατέβηκαν απ'τις σκάλες τους τέσσερις ορόφους. Ο Πιτ παρέμενε αμίλητος μονάχα με το συγκλονισμένο προσωπείο του φορεμένο. Η Φλορ τον οδήγησε στην καφετέρια. Παρήγγειλε ένα σκέτο ρόφημα γι'αυτήν. Δεν μιλούσε στον Πιτ. Ούτε βλέμμα. Οι κινήσεις της ήταν ο μπούσουλας του. Την ακολουθούσε σαν πιστό κουτάβι. Πήραν τον καφέ τους και βγήκαν έξω απ΄το νοσοκομείο. Σε εκείνα τα πεζούλια που καθόντουσαν τόσοι άνθρωποι και αγωνιούσαν για τους συγγενείς τους. Ή χαίρονταν γιατί μια νέα ζωή ερχόταν στο φως. Για τη Φλορ και τον Πιτ ήταν το απόλυτο κενό συναισθημάτων. Μέχρι που η Φλορ ήπιε την πρώτη γουλιά απ'το πλαστικό ποτηράκι του καφέ και έστρεψε το βλέμμα της πάνω του λέγοντας του επιτακτικά,
-Πες τα μου όλα.
-Από που να αρχίσω;
-Απ'την αρχή Πιτ. Και ας ελπίσουμε οτι αυτό δεν είναι το τέλος. Το οριστικό τουλάχιστον, σκούπισε το δάκρυ της, ρούφηξε λίγο ακόμα καφέ, ανάσανε βαθιά και ήταν πλέον έτοιμη να ακούσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου