Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

αναμνήσεις



Γύρισε τα ξημερώματα και το κορμί της φαινόταν να κουβαλάει ένα φορτίο βαρύτερο απ'το συνηθισμένο. Ακούμπησε την πλάτη της στη πόρτα και άφησε το σώμα της να πέσει πάνω στα γόνατα της. Το λευκό φόρεμα της είχε γεμίσει με ακανόνιστες μαύρες μουτζούρες. Από κάθε πλευρά των χεριών της, σκούπιζε μανιωδώς τα δάκρυα απ'τα μάτια της και έπειτα τα υγρά της χέρια πάνω στο ύφασμα του ρούχου της. Απ'το στόμα της δεν έβγαινε ίχνος φωνής. Ούτε καν το βουβό πνίξιμο του κλάματος, αυτό που ακολουθεί τα μάτια όταν τρέχουν σαν καταρράκτες και κάνει το στέρνο να κουνιέται σαν το λαχάνιασμα του σκύλου. Έμενε ακίνητη να σημαδεύει τον μπεζ τοίχο απέναντι της. Τα δάκρυα της κυλούσαν γρήγορα, μαύρα, χρωματιστά, που ο αδιάφορος τοίχος έμοιαζε να αλλάζει όψη μπροστά της, να γίνεται καμβάς για αυτά που ήθελε εκείνη να σχηματίσει. Ένα συγκρατημένο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο της. 

Ξαφνικά έκλεισε τα μάτια και τινάχτηκε σε θέση άμυνας εμπρός στην εξώπορτα.
-Άνοιξέεεεεε μου Λιζ. Θα τη σπάσω. Σ'αγαπάω. Άνοιξέ μου.
Δεν ήταν οι καβγάδες του που την είχαν κουράσει. Ήταν που αισθανόταν πάντα πως μόνη μάλωνε. Δεν ήταν η ζήλια του που την είχε εξαντλήσει. Ήταν που αυτός ζήλευε χωρίς να ζηλεύει. Δεν ήταν η αδιαφορία και η επιπολαιότητα με την οποία την αντιμετώπιζε. Ήταν πως δεν το καταλάβαινε οτι την έκανε.

Εκείνος όμως επέμενε. Όταν τα λόγια του τελείωναν φορούσε τη μάσκα με τους θεατρινισμούς του. Κοπανούσε τις πόρτες, ούρλιαζε στην πολυκατοικία της για λίγη προσοχή.  
Όσο αγαπάς κάποιον πραγματικά δεν μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου να αγαπήσεις άλλον περισσότερο. Μόλις έβλεπε πως την έχανε, καταλάβαινε ταυτόχρονα και τι θα έχανε. Καταλάβαινε πως δεν βυθιζόταν απλώς στην υποθετική θέση "κανείς δεν θα με αγαπήσει / καμιά δεν θα αγαπήσω- όσο αυτή" αλλά οτι ουσιαστικά δεν θα υπήρχε η επόμενη. Την εκτιμούσε όταν έφευγε μακριά του και την παραμέριζε όσο τον πλησίαζε. Τότε ένιωθε οτι για τη Λιζ το "για πάντα" ήταν δύσκολη υπόσχεση για να δοθεί επειδή ήταν αληθινή.

Αυτό το βράδυ μάλωσαν πάλι για το ο,τι βρισκόταν στον κόσμο του. Κατέληξε να ισχυρίζεται εκείνος πως υπάρχει άλλος και γι'αυτό είναι τόσο απομακρυσμένη, και εκείνη να του δείχνει πως εμπόδιο στη σχέση τους είναι οι ίδιοι.
Και συνέχισε.
-Άνοιξέεεεεε μου Λιζ. Θα τη σπάσω. Σ'αγαπάω. Ανοιξέ μου.
-Φύγε μακριά μου. Δεν αντέχω άλλο. Και για  πρώτη φορά τα δάκρυα της συνοδεύονταν από ουρλιαχτά και ταραχή.
-Δεν φεύγω. Πες μου ποιος είναι, πες μου το όνομά του γαμώτο, κοπανώντας την πόρτα τόσο δυνατά που τα φώτα στα διπλανά διαμερίσματα άρχισαν να ανάβουν.
-Κανείς σου είπα, είσαι τρελός πια, φύγε.
-Πες μου γαμώτο σου λέω, πες μου και θα φύγω. Πες μου οτι με κερατώνεις.
Η Λιζ ισορρόπησε την ανάσα της και σταθερά ανταποκρίθηκε.
-Σε κερατώνω,και τα μάτια της δεν έπαυαν να τρέχουν άηχα.
-Με ποιον παλιοπουτάνα, συνέχισε να ωρύεται
-Με τις αναμνήσεις μας.
Εκείνος σιώπησε. Εκείνη ακούμπησε την παλάμη της στην ξύλινη πόρτα. Ήθελε να τον αισθανθεί, να ανοίξει την πόρτα και να τον πάρει στην αγκαλιά της, να του πει στο αυτί πως όλα θα πάνε καλά, πως θα λειτουργήσουν ξανά. Λες και προστάτευε το μωρό της. Κρατήθηκε
...σε κερατώνω με τις αναμνήσεις μας. Και είναι χειρότερο από κάθε άλλο αντρικό όνομα. Γιατί τότε θα είχε να αντιμετωπίσεις ένα άλλο πρόσωπο. Τώρα έχεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

Κούρνιασε στην είσοδο. Αποκοιμήθηκε. Δεν άκουσε κανένα θόρυβο από  εκείνον. Ήλπιζε μόνο το πρωί να τον γνώριζε απ'την αρχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου