αναμνήσεις

Γύρισε τα ξημερώματα και το κορμί της φαινόταν να κουβαλάει ένα φορτίο βαρύτερο απ'το συνηθισμένο. Ακούμπησε την πλάτη της στη πόρτα και άφησε το σώμα της να πέσει πάνω στα γόνατα της. Το λευκό φόρεμα της είχε γεμίσει με ακανόνιστες μαύρες μουτζούρες. Από κάθε πλευρά των χεριών της, σκούπιζε μανιωδώς τα δάκρυα απ'τα μάτια της και έπειτα τα υγρά της χέρια πάνω στο ύφασμα του ρούχου της. Απ'το στόμα της δεν έβγαινε ίχνος φωνής. Ούτε καν το βουβό πνίξιμο του κλάματος, αυτό που ακολουθεί τα μάτια όταν τρέχουν σαν καταρράκτες και κάνει το στέρνο να κουνιέται σαν το λαχάνιασμα του σκύλου. Έμενε ακίνητη να σημαδεύει τον μπεζ τοίχο απέναντι της. Τα δάκρυα της κυλούσαν γρήγορα, μαύρα, χρωματιστά, που ο αδιάφορος τοίχος έμοιαζε να αλλάζει όψη μπροστά της, να γίνεται καμβάς για αυτά που ήθελε εκείνη να σχηματίσει. Ένα συγκρατημένο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο της. Ξαφνικά έκλεισε τα μάτια και τινάχτηκε σε θέση άμυνας εμπρός στην εξώπορτα. -Άνοιξέεεεεε μου Λιζ. Θα τη...