Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

μηχανικά (μεγάλες ιστορίες αγάπης μέρος 3ο)

Τα απογεύματα συχνά η Εστέλλα στεκόταν μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη με το χρυσό περίγραμμα για ώρες. Άλλες φορές απασχολούσε τον εαυτό της με ιστορίες ερωτευμένων, άλλοτε απογοητευμένων και άλλοτε μιλούσε με τη σιωπή της, ενώ ταυτόχρονα μεταμορφωνόταν σε ένα όμορφο πλάσμα που δεν θύμιζε τίποτα απ'το οριακά φρενοβλαβές κορίτσι μετά την απουσία του Πιτ. 

Καθόταν σε εκείνη την ξύλινη καρέκλα που είχε φέρει ο Πιτ απ'το ταξίδι του στην Ινδία. Πάντα της φώναζε να μην ακουμπάει βαριά αντικείμενα πάνω της, γιατί ήταν εύθραστη και πολύ πιθανόν να έσπαγε. Αυτή αντιδρούσε, τσατιζόταν που της φερόταν διδακτικά, αν και κατά βάθος της άρεσε αυτή η περίεργη εξουσία που ασκούσε πάνω της. Συνέχεια έκλεινε τον καβγά τους με την ίδια φράση "μα ποιος νοήμων άνθρωπος κουβαλάει καρέκλα απ'την Ινδία;". Ένα βράδυ όμως από εκείνα που το πάθος δεν ελέγχεται και τυφλώνεσαι απ'την επιθυμία του κορμιού, ο Πιτ έριξε την Εστέλλα στην καρέκλα. Την πήγε στον παράδεισο. Και την Εστέλλα και την καρέκλα, που ράγισε και αμέσως έσπασε το ένα ποδάρι της. Ο Πιτ δεν γκρίνιαξε. Σήκωσε την Εστέλλα στην αγκαλιά του, την μετέφερε στο κρεβάτι τους για να τυλιχθούν με τα καθαρά σεντόνια και άφησε την καρέκλα εκεί. Σύμβολο του ανεξέλεγκτου πόθου τους.

Έβαφε με συγκεκριμένη τακτική το πρόσωπο της. Εκ φύσεως χλωμή τόνιζε τα ζυγωματικά της με αρκετό αλλά ποτέ υπερβολικό ρουζ. Κάλυπτε τις ανεπαίσθητες ατέλειες της, ζωντάνευε με λίγη μάσκαρα τα μάτια της και πρόσθετε ελαφριές σκιές. Τα μαλλιά της ανέγγιχτα χωρίς βιομηχανικά βοηθητικά. Κυματιστά. Μελαχρινά. "Το σπίτι μου", της έλεγε ο Πιτ. Ο ίδιος κύκλος περιποίησης συνέχεια και ήταν έτοιμη.

Πήρε για πολλοστή φορά το τοπικό λεωφορείο που έκανε στάση λίγα μέτρα μακριά απ'το παλιό σπίτι του Πιτ. Όχι αυτό που λογικά έμενε τώρα με την καινούργια του αγαπημένη, αλλά το παλιό. Το σπίτι που ανταλλάξανε το πρώτο τους φιλί, το πρώτο τους χάδι, το πρώτο τους σ'αγαπώ. Ακολουθούσε το ίδιο πρόγραμμα. Πήγαινε και πλάγιαζε το κορμί της ανά 20 λεπτά σε διαφορετικές εισόδους απ'τις πολυκατοικίες του δρόμου του. Ένα στενάκι ήταν, που πια την είχε μάθει, καλύτερα απ'τον εαυτό της. Κάπνιζε περίπου 5 τσιγάρα σε κάθε πλατύσκαλο. Ορισμένες μέρες το σπίτι του Πιτ είχε αναμμένο φως ή ανοιχτή μπαλκονόπορτα ή κατέφθανε ο διανομέας απ'το αγαπημένο του μαγαζί και έτσι η Εστέλλα ήξερε πως είναι πάνω. Ήλπιζε πως ίσως θα κατέβαινε για λίγο να πάρει τα τσιγάρα του και θα τον συναντούσε ή όταν δεν έβλεπε κανένα απ'τα παραπάνω σημάδια, πως θα τον πετύχαινε στην επιστροφή του. Μόνο να μην ήταν μαζί της, με την καινούργια. Στη περίπτωση αυτή θα στεκόταν κοκαλωμένη. Όχι πως ήξερε τι θα του έλεγε ούτως ή άλλως, αν θα έπεφτε δήθεν από απροσεξία πάνω του ή αν θα φώναζε το όνομα του σε φιλικό τέμπο σαν να βρέθηκε τυχαία στη γειτονιά του. Δεν χρειάστηκε να αποφασίσει, γιατί ο Πιτ δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ούτε για τσιγάρα κατέβηκε, ούτε γύρισε σπίτι του προερχόμενος απέξω. 

Η Εστέλλα άναβε και έσβηνε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μηχανικά. Πήρε το λεωφορείο της επιστροφής. Μηχανικά. Άνοιξε με το κλειδί την εξώπορτα του σπιτιού της. Μηχανικά. Πέρασε ένας μήνας που είχε αποκτήσει αυτό το απογευματινό συνήθειο. Ξεντύθηκε με γοργές κινήσεις, πήρε το λάπτοπ της και πήγε στη ξύλινη καρέκλα. Έβαλε το μηχάνημα με τα ηχογραφημένα μηνύματα να παίζει. Ακούστηκε η φωνή του Πιτ σε προτάσεις γεμάτες ερωτικά υπονοούμενα και υποσχέσεις. Τη μουσική τους, το κρασί τους, τη σελίδα του στο φέισμπουκ. Αυτή καθισμένη ανάλαφρα στη μισοσπασμένη καρέκλα. Κρατούσε και την κούπα της. Με το ουίσκι. Έτσι πέρασε και αυτή η νύχτα της. Παρέα με τα σύμβολα του(ς). Μηχανικά.


2 σχόλια:

  1. Αχ τι ρομαντική ψυχή! Πραγματικά όταν μου στείλανε το λινκ οι φίλες μου δεν περίμενα να διαβάσω κάτι τόσο καλό! Μπράβο σου, εύχομαι ακόμα μεγαλύτερες δημιουργίες! Φιλιά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή