Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

τυχαία συνάντηση

-Σαν να είχα διαβάσει το τέλος απ'την αρχή του. Απλά πίστευα οτι δεν θα σε ξανασυναντούσα, πως θα ξεχνιόσουνα παρέα με τα χρόνια. Πληγώθηκα πριν καν να αρχίσει η δική μας ιστορία. Και δεν άρχισε ποτέ τελικά. Την προδίκασες σκέφτηκα. Ξέρεις κάτι [Έρωτα μου], γυρνάω το χρόνο πίσω και ψάχνω τι έκανα λάθος. Τι θα μπορούσα να αλλάξω για να έπαιρναν διαφορετική τροπή τα πράγματα. Δεν είμαι απ'τους ανθρώπους που δεν μετανιώνουν. Μετανιώνω που δεν είμαι σίγουρη αν έκανα οτι περνούσε από το χέρι μου για να σε δω πλάϊ μου.

Έκλεισε τη πρόταση της, ρουφώντας βαθιά τον καπνό. Και όπως σφράγιζε τα μάτια της, άφηνε τον καπνό να φύγει από μέσα της σαν να ξερίζωνε ο,τι ζούσε σ'αυτή. Δεν τόλμησε να τον κοιτάξει κατάματα. Τόση ώρα το έκανε εξάλλου. Επέτρεπε στο βλέμμα της να μένει καρφωμένο στα γυάλινα μπουκάλια που στέκονταν ηρωικά πίσω στο μπαρ. Τους παρακολουθούσαν τόση ώρα. Γιατρικά του πόνου τα λένε χαιδευτικά.

-Ένα διπλό ουίσκι με πάγο, είπε στο σερβιτόρο και ξαναέβαλε το τσιγάρο στο στόμα της.

Είχε ακούσει κάποτε πως μια γυναίκα που παραγγέλνει ουίσκι θεωρείται ιδιαιτέρως μυστηριώδης και γοητευτική. Τι την ένοιαζαν αυτά τώρα. Σκόρπιες σκέψεις.

Ο Έρωτας της δεν μίλησε. Εστίαζε στο πάτωμα. Λες και έψαχνε και αυτός κάπου να κρυφτεί. Νεκρική σιωπή περιμετρικά τους και από πάνω το What am I to you σάουντρακ στην ψυχική εξομολόγηση τους. Στο λαιμού του, μαζευόταν το σάλιο του. Ξεροκατάπινε. Κουνούσε το βλέμμα του άτακτα. Μέχρι που στάθηκε απάνω της.

-Φοβόμουν τότε.
Αυτή δεν απάντησε. Στο δεξί της χέρι τσιγάρο και ποτό. Μα δεν απάντησε.
-Φοβόμουν να αφεθώ. Συγγνώμη. Σε τάραξα. Σε είδα τυχαία και, και, ένιωσα πως ίσως τώρα, μήπως μπορούσα, μήπως είχα την ευκαιρία να διορθώσω το λάθος μου.
-Άργησες, του είπε πριν καν προλάβει να νιώσει την τελεία στη πρόταση του ο Έρωτας της. Τώρα φοβάμαι εγώ. Ασυγχρόνιστοι ακόμα και εδώ. Χαμογέλασε ειρωνικά και έσφιξε τα μάτια της. Με ρώτησες γιατί εμείς ποτέ δεν είμασταν μαζί. Πρώτα το είπες για πλάκα, αλλά μετά σοβάρεψες. Άλλαξες την έκφραση σου και αμέσως κατάλαβα τι  θα έλεγες. Παντρεύομαι αγάπη μου σου είπα και για ακόμα μια φορά εγώ ξεκίνησα να απολογούμαι για τότε, και εσύ δεν αντιδράς, νοκ άουτ. Χτύπημα κάτω απ'τη μέση ο γάμος μου. Ξέρεις τι είναι χειρότερο; Δεν ξέρω αν σε πονάει που δεν απέκτησες κάτι που ήθελες ή που στο πήρε κάποιος άλλος. Πάντως και στα δύο δεν δρας με το συναίσθημα.

Ο τόνος της ανέβηκε. Άρπαξε τη τσάντα της για να πληρώσει. Ο Έρωτας της άφωνος. Μα αυτή δεν είχε τελειώσει ακόμα.
-Και μετά από 10 ολόκληρα χρόνια η τύχη μου φέρεται πρόστυχα και σε φέρνει στο ίδιο μπάρ μαζί μου, και εσύ τολμάς και μου λες "γιατί δε είμασταν ποτέ μαζί". Αστείο κατέντησε. Για τον ίδιο λόγο που δεν είμασταν μαζί 10 χρόνια πριν Έρωτα μου. Δεν ξέρεις ποιος είναι αυτός ο λόγος; Ούτε και εγώ. Και ακόμα ψάχνω να βρώ. Παζλ είναι η ζωή μας, απλά χάθηκαν οι άκρες απ'το κουτί και αφού δεν πρόκειται να βρεθούν αχρειστεύτηκαμε και εμείς. Κανείς δεν θα κοιτάξει τι απεικονίζει γιατί πάντα ημιτελές θα μένει.

Άφησε τα λεφτά στο πάγκο και έστριψε να φύγει. Παγωμένος Ο Έρωτας της την έπιασε απ'το μπράτσο και την έφερε κοντά του.

-Πάμε τα πάντα απ'την αρχή. Σαν να γνωριστήκαμε τώρα. Ξέχνα τα όλα και ξεκίνα απ'το μηδέν. Θέλω να είμαστε μαζί. Το θέλω. Σε θέλω. Στα μάτια της μπροστά λαχανιασμένος την παρακαλούσε.

Αυτή σήκωσε το χέρι της και ψιλάφησε τα χείλη του. Έγειρε και τον φίλησε. Ισα ισα να ακουμπήσουν, να αλλάξουν τη γλυκάδα του πρώτου τους φιλιού. Με κλειστά μάτια πλησίασε στο αυτί του και του ψιθύρισε "εις το επανιδείν".

via kapa44



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου